Τα Πράγματα Που Δεν Σου Έμαθαν Στο Σχολείο Για Την Επανάσταση Του ‘21

24 Μαρτίου 2008 | Κανένα σχόλιο

Διάβασε:
Αυτό το post
Το "Καραϊσκάκης" του Δημήτρη Φωτιάδη (εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος)

Αποσπάσματα, παρακάτω:

"Όπως τα άγρα μπολιασμένα δέντρα βγαίνουν καλύτερα από τα ήμερα, όμοια και τα μπάσταρδα παιδιά βγαίνουν κάποτες καλύτερα από τα γνήσια".


"Εμένανε, που λες, με είχε ο Αλή πασάς στα Γιάννενα, στη δούλεψή του, αλλά εγώ του έφυγα, και πήγα στα βουνά με τον Κατσαντώνη, και μαζί φάγαμε πολλούς Τούρκους. Όταν ο Κατσαντώνης πέθανε στα μπουντρούμια του Αλή Πασά, αφού πρώτα του είχαν τσακίσει το κορμί, προσπάθησα να συνεχίσω το έργο του, αλλά λίγο μετά, βλέποντας ότι δεν υπάρχει ελπίδα, πήγαμε όλοι στα Γιάννενα και τον προσκυνήσαμε. Ήταν πλέον 1815, κι εγώ ήμουν με τη θέλησή μου μπουλούκμπασης, που σημαίνει αρχηγός μικρής στρατιωτικής δύναμης, στην υπηρεσία του Αλή Πασά. Να μερικοί ακόμα πολέμαρχοι του Αλή Πασά εκείνο τον καιρό: Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Θανάσης ο Διάκος, ο Γρίβας, ο Πανουργιάς, ο Βαρνακιώτης και πολλοί άλλοι. Όπως καταλαβαίνεις, τα πράγματα δεν έγιναν ακριβώς όπως τα έμαθες εσύ στο σχολείο".

 

"Σε εκείνο τον πόλεμο, πολεμιστάδες είχαμε πολλούς, μα ένας ήταν στρατηγός, ο Δυσσέας. Σαν το μυαλό του Ανδρούτσου, δεν στάθηκε άλλο".

"Η Επανάσταση, φυσικά, δεν ξεκίνησε την 25η Μαρτίου με τελετές και δοξολογίες. Ξεκίνησε στις 21 του Μάρτη, όταν οι Πατρινοί πήραν την πόλη και κλείσανε τους Τούρκους μες το κάστρο. Και μετά, στις 23, όταν ο Κολοκοτρώνης και ο Παπαφλέσσας μπήκανε στην Καλαμάτα. Το θέμα είχε λήξει, όταν ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και οι άλλοι προύχοντες της Πελοποννήσου, που ήταν εξαρχής αντίθετοι με τον ξεσηκωμό, το πήραν απόφαση".

"Να μιαν απάντηση που έστειλα στον Μαχμούτ πασά Σκόδρα, όταν μου ζήτησε να προσκυνήσω, όπως το έγραψε ο γραμματικός μου, σε στίχους:
Μου γράφεις ένα μπουγιουρντί, λέγεις να προσκυνήσω
Κι εγώ πασά μου ρώτησα τον πούτζον μου τον ίδιον
Κι αυτός μου αποκρίθηκε να μη σε προσκυνήσω
Κι αν έλθης κατ’ επάνω μου, ευθύς να πολεμήσω!"

"Ήμουν στην Ελευσίνα, σκοπεύοντας να λευτερώσω την Αθήνα που την πολιορκούσε ο Κιουταχής, όταν μου ήρθε η είδηση πως η γυναίκα μου πέθανε, καθώς γεννούσε το γιο μου, το Σπύρο. Έτσι είχαν μείνει μόνες οι κόρες μου και το νεογέννητο αγόρι μου πίσω στον Κάλαμο, το νησί του Ιονίου. Έγραψα τότες ένα γράμμα στην κυβέρνηση: «Απέθανε η σύζυγός μου και ήθελον να υπάγω να οικονομήσω τα παιδιά μου, αλλά δεν αφήνω την πατρίδα». Και έμεινα στην Ελευσίνα, με το στρατό".

"Στο ασκέρι μου είχα και έναν τύπο κοντό, ασκημομούρη, ξερακιανό, με κουρελιασμένη και καταλιγδωμένη μακριά φουστανέλα, που κανείς δεν ήξερε από πού κρατάει η σκούφια του. Όλες τις ταπεινές δουλειές και τις αγγαρείες αυτόνανε βάζανε τα παλικάρια να τις κάνει. Του είχανε κολλήσει το παρατσούκλι Κλανομαρώ. Στον πόλεμο της Αράχωβας, η Κλανομαρώ πέτυχε άρματα, παίρνοντάς τα από κάποιον σκοτωμένο εχθρό. Την άλλη κιόλας μέρα κρεμάει μπαλάσκα, ζώνεται σελάχι, χώνει σ’ αυτό μια μακριά κουμπούρα και παρουσιάζεται, καμαρώνοντας σαν γύφτικο σκεπάρνι, στο στρατόπεδο. Το τι δούλεμα έφαγε δεν περιγράφεται".

"Αργότερα, στη μάχη, κοντά στο Τουρκοχώρι, καθώς ήμουνα πάνω στο άλογο, βλέπω παραδίπλα κάποιον κρυμμένο μέσα σε μια πατουλιά. Θάρρεψα πως ήτανε οχτρός, και τραβώ μια από τις μπιστόλες απ’ τη σέλα να τονε βαρέσω. Η Κλανομαρώ πετάγεται τότες τρομαγμένη όξω φωνάζοντας «Μη καπετάνιε! Εγώ είμαι!». Είχε κρυφτεί γιατί βούλωσε το ντουφέκι της και δεν μπόραγε να πολεμήσει. «Να, ωρέ», είπα στην Κλανομαρώ. «Πάρε το δικό μου, και θέλω να μου φέρεις τούρκικα κεφάλια». Φιλοτιμήθηκε τόσο που πήρε το ντουφέκι μου, που έγινε άλλος άνθρωπος. Όρμησε μπροστά, πρώτος απ’ τους πρώτους, σκοτώνει και δυο Τούρκους, τους παίρνει τα κεφάλια και τα πάγει στον Καραϊσκάκη. Από κείνη τη μέρα όλοι πια σεβάστηκαν την Κλανομαρώ κι από χατζαρούλα που ήταν, προβιβάστηκε σε παλικάρι".