Μπορεί να τσαλαβούταγες και να μην το πήρες χαμπάρι, αλλά πολύς ντόρος έγινε τις προηγούμενες ημέρες με το τελευταίο Wired, το οποίο περιέχει ένα άρθρο που υποστηρίζει ότι το web πέθανε, τελειώσε, πάπαλα, αυτό ήτανε, και το μέλλον είναι στα applications. Δεν πρόλαβα να το σχολιάσω εγκαίρως (γιατί τσαλαβούταγα) αλλά η ώρα του ήρθε.
Το ότι πρόκειται περί ιδέας βλακώδους πέρα από κάθε φαντασία δεν είναι καν θέμα που αξίζει να συζητά κανείς (ακόμα και το ένα διάγραμμα που χρησιμοποιούν για να υποστηρίξουν την ιδέα με στοιχεία είναι λάθος), αλλά αν θέλεις ντε και καλά να το κουβεντιάσεις διάβασε τεκμηριωμένες απόψεις εδώ, εδώ και (στο site του Wired!) εδώ. Το θέμα είναι ότι το διπλό άρθρο -ειδικά το μισό που είναι γραμμένο από τον Μάικλ Γουλφ του Vanity Fair (!)- περιέχει μερικές εύστοχες παρατηρήσεις σχετικά με τα Ίντερνετς και τις τεχνολογίες που σερβίρουν content σήμερα αλλά είναι στημένο ως πρόκληση, με το εξωφρενικό εξώφυλλο, τα εξωφρενικά επιχειρήματα (προσπαθούν να παρουσιάσουν τη μνημειώδη γκαφα του 1997 με το push και το Pointcast -θυμάσαι;- ως επιτυχία!) και την υιοθέτηση του «συμπεράσματος» ως απόλυτη αλήθεια, που ένα πράγμα θυμίζει: Προβοκάτσια. Διαβάζοντάς το έχεις την αίσθηση ότι οι άνθρωποι προσαρμόζουν την πραγματικότητα στις δικές τους ιδέες, και δεν τους χωράει, και γι’ αυτό την τσαλακώνουν όσο δεν πάει. Είναι σαν να διαβάζεις κείμενο του ΚΚΕ.
Η Apple ήταν στα πρόθυρα της πτώχευσης. Στη σκηνή ο Στιβ Τζομπς εξυμνούσε (και ευχαριστούσε) τη Microsoft. Το πλήθος γιουχάιζε. Τα πράγματα 13 χρόνια πριν ήταν πολύ πολύ διαφορετικά.
Ο άθρωπας καλά το σκέφτηκε. Σου λέει, είμαι κοτζάμ επιχειρηματίας. Αυτά είναι δύο παιδαρέλια. Και λίγο πυροβολημένα κιόλας, σα λίγο μονόχνωτος να μοιάζει ο ένας, σα να γυαλίζει το μάτι του αλλουνού, που μου μοιάζει και για χίπης. Έχω το 10% της εταιρίας που φτιάξαμε, αλλά άμα δεν πουλάνε τα γκουμπιούτερ που φτιάχνουνε κι αρχίσουν να μαζεύονται τίποτα χρέη, εμένα θα κυνηγήσουν οι τράπεζες. Οπότε καλύτερα να τους δώσω πίσω το 10%, να πάρω τα 2300 δολαριάκια μου και να πάω στην ευχή της Παναγίας.
Ήταν μια καλή σκέψη για το 1976. Αν δεν την είχε κάνει τότε ο Ρον Γουέιν, αν είχε κρατήσει αυτό το 10% και το είχε μέχρι σήμερα, θα ήταν ένας από τους 15 πλουσιότερους ανθρώπους στη Γη. Όπως ήρθαν τα πράγματα, η ζωή τον πήγε αλλού.
Wayne was given a 10 percent stake in Apple, to 45 percent shares each for Jobs and Woz, meaning that he would have refereed any dispute. But he was afraid the boys — they were half his age — were so business-unsavvy and so assetless that creditors would go after him when things inevitably went bad. So he got himself out of the deal less than two weeks later, for $2,300. If he still had that stake, Wayne would be one of the world’s 15 richest people. Instead, he sells “stamps, rare coins and gold out of his home to supplement his monthly government check.”
Wayne has never owned any Apple product. He only recently bought his first computer — a Dell.
He hasn’t heard from his former partners in years.
His main pastime seems to be playing penny slots in the wee hours of the morning.
He holds a dozen patents, but has never had enough capital to make money off any of them.
Apple wasn’t his only failed opportunity to make it big. “There were at least six times in my life when I really thought that I had the world by the tail,” Wayne says, “when I thought, ‘I have an invention here that’s going to make me a fortune.’ And six times it blew up.”
Τις είχα σχεδόν ξεχάσει. Δεν μου λείπουν καθόλου. Αν είναι να αποκτήσουμε ξανά δικό μας νόμισμα, ας το πούν κάπως αλλιώς, ας είναι κάτι άλλο. Ετούτα τα νομίσματα δεν θυμίζουν τίποτα καλό.
H Zappos είναι μια εταιρία που πουλάει παπούτσια στο Ίντερνετ, και είναι μια εταιρία περίεργη κι αξιοθαύμαστη. Μετά το πέρας του δοκιμαστικού μήνα, ας πούμε, λέει στους νέους υπαλλήλους της «πάρε 2000 δολάρια και φύγε, ή μείνε. Ό,τι θέλεις». Έτσι εξασφαλίζει ότι οι υπάλληλοί της θέλουν στ’ αλήθεια να δουλέψουν στην εταιρία. Επίσης, αν παραγγείλεις ένα ζευγάρι παπούτσια και δεν σου κάνουν ή δεν σου αρέσουν, τα επιστρέφεις τσάμπα –ούτε ταχυδρομικά έξοδα για να τα στείλεις πίσω δεν πληρώνεις. Σου λέω: Αλλιώτικη εταιρία, διαφορετική. Οπότε όταν ο CEO της, ο Τόνι (Χσιε; Σίε; Ποιος ξέρει) αποφάσισε να γράψει ένα βιβλίο («Delivering Happiness: A Path to Profits, Passion, and Purpose»), ήταν βέβαιο ότι δεν θα το προωθούσε με συνήθεις μεθόδους. Είπε λοιπόν: Αν είσαι μπλόγκερ θα σου στείλω ένα preview αντίτυπο, μήνες πριν κυκλοφορήσει το βιβλίο, για να το διαβάσεις και να γράψεις πώς σου φάνηκε. Και θα σου στείλω άλλο ένα για να το χαρίσεις στους επισκέπτες σου.
Οπότε να: Τώρα θα σου γράψω για το βιβλίο του Τόνι, και αν είσαι τυχερός, θα στο χαρίσω κιόλας.
Η περιέργεια είναι κινητήριος δύναμη σημαντική, οπότε θα περίμενε κανείς τα πρώτα βήματα των περιοδικών στο νέο πεδίο μάχης των φορητών συσκευών να είναι βροντερά και παταγώδη. Ε, όχι και τόσο. Το application του Wired για το iPad μέσα σε μια μέρα είχε 24.000 downloads, νούμερο εντυπωσιακό αν αναλογιστείς τα €3.99 του κόστους του ($4.99 στις ΗΠΑ). Οι κριτικές ωστόσο ήταν εντυπωσιακά αρνητικές -το κατέβασα στο iPad που δοκιμάζω αυτό τον καιρό, κοντεύω να το τελειώσω, και μόλις μου έρθει και το χάρτινο τεύχος με το ταχυδρομείο (ΕΛΤΑ, καταλαβαίνεις), θα κάνω το σχετικό τριπλό review.
Σε μη-τεχνολογικό content, από την άλλη, τα πράγματα είναι λιγότερο αισιόδοξα. Μπορεί το «365 downloads σε ένα μήνα» που κυκλοφόρησε για το GQ να είναι μούφα (το νούμερο αφορούσε πωλήσεις μόνο του τεύχους Δεκεμβρίου σε iPhones, iPods και iPads το δίμηνο Μάρτιο-Απρίλιο) αλλά το συνολικό νούμερο, 57.000 downloads συνολικά τους τελευταίους τέσσερις μήνες, δεν είναι και πολύ εντυπωσιακό. Το ίδιο διάστημα το περιοδικό έδωσε περίπου 3,5 εκατομμύρια τεύχη σε περίπτερα και συνδρομητές.
Μιλάμε για εξώφυλλο πρωτοσέλιδο εφημερίδας, να υπογραμμίσω εδώ. Δεν χρειάζεται να σου θυμίσω ενδεικτικά εξώφυλλα πρωτοσέλιδα μετά την ανακοίνωση των εδώ μέτρων, φαντάζομαι. Διάβασε ελεγεία για το συγκεκριμένο εδώ.
Ο τύπος αυτός είναι απίθανος, αν δεν τον ξέρεις χάνεις: Παίζει σε διάφορες ταινίες (στο Couples Retreat έκανε τον τύπο με το Guitar Hero), ήταν η φωνή του Νταρθ Μολ στο Star Wars, έχει ένα φοβερό twitter account και έχει φτιάξει και αυτό το απίθανο πράγμα. Και πέρα από αυτά (ή ίσως εξαιτίας αυτών) είναι και μεγάλος gadgetάκιας. Αυτό τον καιρό κάνει τον guest editor στο Gizmodo (!) και τις προάλλες έγραψε ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο για την online πειρατεία.
Like a billion other people, I download things illegally. I’m also an actor, writer and director whose income depends on revenue from DVDs, movies and books. This leads to many conflicts in my head, in my heart, and in bars.
Είναι ενδιαφέρον όχι για το ότι γράφει κάτι πρωτότυπο ή ρηξικέλευθο, αλλά για το ότι ως ηθοποιός αποκαλύπτει πως έχει κατεβάσει ταινίες του επειδή ήταν «πιο εύκολο».
In the meantime, I’ll be suing myself for pirating my own show. And I’m pretty scared, because I have an amazing lawyer.
Δεν είναι εύκολο πράγμα. Να μερικά από τα τελευταία μου κείμενα για την πτώχευση, την άρνηση, τις ευθύνες και το (σκοτεινό, μαύρο) αύριο. Το γενικό συμπέρασμα: Όσοι είστε έξω μείνετε έξω. Κι όσοι μπορείτε να φύγετε, μη μας ξεχάσετε.
Εδώ στην Ελλάδα δημόσιες υπάλληλοι κάθονται για χρόνια ενώ πληρώνονται κανονικά για να «αναθρέψουν τα παιδιά τους» -και βλέπουμε και πόσο καλά τα καταφέρνουν. Στη Σουηδία τα πράγματα γίνονται κάπως διαφορετικά.
The debate about mothers and work: it always ends—doesn’t it?—with Sweden. Oh, if America could only be like Sweden—such a humane society, with its free day care for working mothers and its government subsidies of up to $11,900 per child per year. The problem? One hates to be Mrs. Red-State Republican Bringdown, but yes … the taxes. Currently, the top marginal income-tax rate in Sweden is nearly 60 percent (down from its peak in 1979 of 87 percent). Government spending amounts to more than half of Sweden’s GDP. (And it doesn’t all go to children, given Sweden’s low fertility rate.) On the upside, government spending creates jobs: from 1970 to 1990, a whopping 75 percent of Swedish jobs created were in the public sector … providing social welfare services … almost all of which were filled by women. Uh-oh. In short, as Gilbert points out, because of the 40 percent tax rate on her husband’s job, a new mother may be forced to take that second, highly taxed job to supplement the family’s finances; in other words, she leaves her toddlers behind from eight to five (in that convenient universal day care) so she can go take care of other people’s toddlers or empty the bedpans of elderly strangers. (As Alan Wolfe has pointed out, “the Scandinavian welfare states which express so well a sense of obligation to distant strangers, are beginning to make it more difficult to express a sense of obligation to those with whom one shares family ties.”)
Κι εκεί έχουν δημόσιο -και περισσότερο απ’ το δικό μας, αλλά με πολύ διαφορετική οπτική. Το απόσπασμα προέρχεται από ένα κείμενο για το φεμινισμό από ένα Atlantic του 2008. Μη ρωτάς πού το θυμήθηκα τώρα, μεγάλη ιστορία.