Βίσση - Βανδή: Η αληθινή τους σχέση

Nitro, Ιούνιος 2006

Πολλά ακούστηκαν για την υπόθεση των υποκλοπών. Πολλά μέλλει να ακουστούν ακόμα. Για τους θύτες, για τα θύματα, ποιος έκανε τις υποκλοπές, ποιος τις διέταξε, ποιος πήρε τα CD, ποιος τα άκουσε, πόσες ήταν οι κεραίες, ποιος φταίει. Υπάρχει όμως ένα θέμα που δεν έχει συζητηθεί όσο θα έπρεπε, που έχει περάσει σχεδόν απαρατήρητο. Και είναι κρίμα, γιατί πρόκειται για το σημαντικότερο απ' όλα: Τι λένε τα προϊόντα των υποκλοπών; Τι μυστικά κρύβονται μέσα σ' αυτά τα CD; Τι ξέρουν αυτοί που ξέρουν; Αυτό ήταν το θέμα που σκόπευα να διερευνήσω. Δεν περίμενα ότι αυτή η έρευνα θα με οδηγούσε στο συγκλονιστικότερο μυστικό στην ιστορία της ελληνικής showbiz, μια αλήθεια που θα συνταράξει συθέμελα το εγχώριο και, γιατί όχι, το παγκόσμιο σταρ σίστεμ. Γράφω αυτά τα λόγια από ένα μυστικό κρησφύγετο, έχοντας πλήρη επίγνωση για τον κίνδυνο που διατρέχω. Αυτό ίσως να είναι το τελευταίο πράγμα που γράφω, καθώς είμαι σίγουρος ότι βρίσκονται στα ίχνη μου, και είναι αδίστακτοι. Ο κόσμος πρέπει να μάθει όμως. Ο κόσμος πρέπει να ξέρει. Όσα σας έχουν πει είναι ψέματα. Η αλήθεια είναι συγκλονιστική, ασύλληπτη. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

 

-----1

Το τηλεφώνημα ήρθε από την πηγή μιας πηγής, μια μεταλλική, παραμορφωμένη φωνή σαν από μικρόφωνο τραχειοστομίας που γαργαλούσε το αυτί μέσα από το ακουστικό.

«Έχω αυτό που ψάχνεις», έλεγε η φωνή.
«Δυο δίδυμες δίμετρες ξανθιές ξετσίπωτες;» ήλπισα.
«Όχι»
«Μια δίμετρη ξανθιά ξετσίπωτη;»
«Ούτε»
«Μου είσαι άχρηστος»
«Είναι αυτή η τελευταία σου κουβέντα;»
Έβαλα ένα τσιγάρο στο στόμα, αν και δεν καπνίζω, ιντριγκαρισμένος.
«Πες μου πότε και πού», είπα.

Συναντηθήκαμε την επόμενη τα μεσάνυχτα, στο πίσω πάρκινγκ του ΙΚΕΑ. Τα αεροπλάνα περνούσαν πάνω από τη γέφυρα, η ταμπέλα έγραφε La Pasteria, και τρία αυτοκίνητα στέκονταν ακροβολισμένα, σαν πεθαμένες κατσαρίδες στην ζεστή άσφαλτο. Ένα από αυτά ήταν το δικό μου. Ένα από τα άλλα κουνιόταν αέναα, αποκαλύπτοντας το ρυθμό με τον οποίο γινόταν αυτό που γινόταν μέσα. Το τρίτο ανήκε στον Ρηχό Οισοφάγο.
«'Αργησες», μου είπε ο Ρηχός Οισοφάγος, κρυμμένος στη λιγνή σκιά ενός τυφλού στύλου. Η φωνή του έβγαινε από ένα ηχείο στο λαιμό. Φορούσε καμπαρντίνα και καπέλο. Ήταν Ιούλιος.
«Είχε κίνηση», είπα ψέματα.
«Δεν ξέρω αν αξίζεις αυτό που θα σου δώσω», είπε.
«Το ίδιο μου είπε και η πρώην μου πριν μου κάτσει».
«Αυτό που κάνω μπορεί να στοιχίσει τη ζωή και των δυο μας».
«Οπότε δεν θα στοιχίσει και πολύ»
Μου έδωσε ένα λευκό φάκελο που προστάτευε το περιεχόμενό του με αυτές τις διαφανείς φουσκαλίτσες, κι εγώ ήξερα ότι θα περνούσα το υπόλοιπο βράδυ σπάζοντάς τες και σκεπτόμενος εκείνη.
«Τι είναι αυτό;» προσποιήθηκα ότι με ένοιαζε.
«Αυτό, φίλε μου», είπε ο Ρηχός Οισοφάγος, «θα αλλάξει τα πάντα».
Είχε δίκιο.

<Πρώτη Καταγεγραμμένη Συνομιλία> <22/10/2002, 19:34>
«Και δε μου λες, ο Σαμαράς πόση την είχε;»
«Που να θυμάμαι πουλάκι μου, κάτσε να κοιτάξω στο μπλοκάκι μου».
«Πόσες σελίδες έχει το μπλοκάκι σου;» «Εκατό».
«Εκατό».
«Ναι. Αλλά έχω γράψει στις δεκαπέντε».
«Α εντάξει τότε»
«Είναι το τρίτο μπλοκάκι μου».
«Δηλαδή...» «Διακόσιες δεκαπέντε σελίδες. Γιατί;»
«Τίποτα». «Υπονοείς κάτι;»
«Όχι».
«Κάτι υπονοείς».
«Όχι παιδάκι μου».
«Το καταλαβαίνω εγώ, σουπιά, κάτι εννοείς».
«Όχι, στο ορκίζομαι, να μην ξαναβγεί στο Champions League η ΑΕΚ».
«Το πρώτο μπλοκάκι μου το ξεκίνησα το 1982 άμα θες να ξέρεις. 'Αργησα να τα αρχίσω αυτά. Και λίγα έγραψα».
«Ναι, δεν είπα τίποτα».
«Έτσι».
Μικρή παύση γεμάτη νόημα.
«Το 1982 ήμουν Αλεξανδρούπολη, πήγαινα 4η Δημοτικού».
«'Αντε γαμήσου». -Κλικ-
<Τέλος πρώτης συνομιλίας>

Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία. Οι φωνές στο CD ήταν εύκολα αναγνωρίσιμες. 'Ακουγα τη συνομιλία ξανά και ξανά, ξαπλωμένος γυμνός στο κρεβάτι μου, με την τηλεόραση να παίζει βουβά το Μπομπ το Σφουγγαράκη. Αυτό ήταν. «Η 'Αννα Βίσση και η Δέσποινα Βανδή είναι φίλες». Η μεγάλη είδηση. Η μεγάλη ευκαιρία. Τώρα είχα όλη την ευχέρεια να κερδίσω όλα όσα ονειρευόμουν, και μετά να τα χάσω απότομα και βλακωδώς και να χαθώ για πάντα, αλλά ευτυχισμένος.

Το επόμενο πρωί τηλεφώνησα στην παλιά μου ερωμένη στην Espresso.
«Δεν μπορούμε να τρέξουμε κάτι τέτοιο», μου είπε.
«Τι είναι αυτά που λες», είπα. «Το υλικό είναι δυναμίτης».
«Ο δυναμίτης σκάει και κόσμος πεθαίνει».
«Τι μου κρύβεις;»
«Δεν μπορώ να σου μιλήσω άλλο απ' το τηλέφωνο», είπε, και μετά χαμήλωσε τη φωνή της και έκανε ότι νοιάζεται: «Πρόσεχε που πας να μπλέξεις. Είναι πολύ επικίνδυνο αυτό που κάνεις. Αντίο».

Αυτό επαναλήφθηκε και με τις παλιές μου ερωμένες στην Traffic, στη Λαμπίρη στη Στεφανίδου, στον Τριανταφυλλόπουλο, στον Ευαγγελάτο, στο Λοιπόν, στο Ciao και στα Νέα του Ψαροντούφεκου. Κανείς δεν ήθελε να παίξει το θέμα. Πήρα τηλέφωνο τον Ρηχό Οισοφάγο.

«Είσαι ανίκανος και άσχετος», μου είπε. «Έχεις την είδηση του αιώνα και δεν μπορείς να την πουλήσεις στα ΜΜΕ;»
«Κάτι περίεργο συμβαίνει. Δεν είναι φυσιολογικό».
«Συμβαίνουν πολλά που δεν γνωρίζεις», είπε με όσο μυστήριο μπορούσε να χωρέσει στη μεταλλική του φωνή. «Πρέπει να μιλήσουμε».
«Έχω βαρεθεί λίγο».
«Είσαι ηλίθιος»
«'Αντε γαμήσου, Στίβεν Χώκινγκ».

Συναντηθήκαμε στο πάρκινγκ απέναντι από το Τένις του Ολυμπιακού Σταδίου. 'Αδεια λεωφορεία με νυσταγμένους οδηγούς πηγαινοέρχονταν πότε πότε. Ένα αυτοκίνητο λικνιζόταν παραπέρα στο αργόσυρτο ρυθμό του πάθους, κι ο Ρηχός Οισοφάγος με κάλεσε να καθίσω στη θέση του συνοδηγού του ασημένιου Audi A4, για να μη μας βλέπουν. Η μεταλλική του φωνή γρατζουνούσε τη σπονδυλική μου στήλη. Φορούσε ξανά καπέλο, καμπαρντίνα και μαύρα γυαλιά. Δεν μπορούσα να δω τίποτα. Μου είπε σχεδόν τα πάντα.

«Η ιστορία δεν είναι πολύ παλιά», είπε. «Όλα ξεκίνησαν λίγο πριν από το 2000. Ίσως να θυμάσαι: Μια εποχή που γκρεμίστηκαν κάτι φούρνοι μαζεμένοι. Η 'Αννα πέρασε μια περιπέτεια υγείας στο Λονδίνο. Ταυτόχρονα η Δέσποινα πέρασε μια αντίστοιχη περιπέτεια υγείας. Βρέθηκαν στο νοσοκομείο. Ο πόνος τις έφερε κοντά. Η αργή διαδικασία της αποθεραπείας τις έκανε αχώριστες. Έγιναν φίλες. Κολλητές. Και ο ενθουσιασμός τους τις παρέσυρε, τις έκανε να ονειρεύονται και να σχεδιάζουν χωρίς να υπολογίζουν τις συνέπειες. Ήθελαν να δημοσιοποιήσουν τη σχέση τους. Ήθελαν (λυγμός) να εμφανιστούν μαζί σε μαγαζί. Για μέρες τσακώνονταν: Η μία ήθελε να παραχωρήσει στην άλλη το πρώτο όνομα στη μαρκίζα. Η πραγματικότητα ήταν σκληρή, όμως».
«Όταν επέστρεψαν στην Αθήνα, οι επιχειρηματίες και οι δισκογραφικές δεν ήθελαν να ακούσουν κουβέντα. Κανένα δεν συνέφερε η εκεχειρία. Ούτε τις εταιρίες, ούτε τα μαγαζιά, ούτε τις εκπομπές, ούτε τις εφημερίδες. Όλοι αυτοί ήθελαν η Βίσση και η Βανδή να είναι εχθροί. Αυτό πουλούσαν, την αντιζηλία, την ίντριγκα. Η φιλία είναι κακό μάρκετινγκ. Κανείς δεν θέλει να διαβάζει για χαρούμενους ανθρώπους».
«Οι ανελέητοι έσπειραν τη διχόνοια ανάμεσά τους, και η σχέση τους δοκιμάστηκε. 'Αντρες επιστρατεύτηκαν να τους χωρίσουν, ο εκπαιδευμένος από τη Μοσάντ Φραγκολιάς, ο εκπαιδευμένος από την Original Χατζηχρήστος. Μια από τις προσπάθειες αυτές παραλίγο να αποκαλύψει τα πάντα. Θυμάσαι τότε που ο Μάκης Ψωμιάδης πήγε στο σπίτι του Νικολαΐδη και δήθεν τον απείλησε;»
«Ναι»
«Δεν έψαχνε τον Ντέμη. Μέσα στο σπίτι ήταν και η Βίσση και όλοι μαζί έβλεπαν «24». Γι' αυτό είχε πάει, για να τις χωρίσει».
«Α στο διάλο».
«Αυτή η φιλία θα είχε διαλυθεί οριστικά, αν δεν μεσολαβούσα εγώ».
«Εσύ ποιος είσαι;»
«Κάποιος που νοιάζεται».
«Για ποιον;»
«Για όλους. Είχα πρόσβαση στο έργο της Βίσση. Το έγγραφο που ανακάλυψα, και που έσωσε τη σχέση τους, είναι το πιο επικίνδυνο έγγραφο της Ελληνικής σοουμπιζ. Πράγματι, ενώ η 'Αννα έλειπε σε διεθνή καριέρα στις ΗΠΑ, οι τραμπούκοι μπήκαν στο σπίτι και το κατέστρεψαν. Ευτυχώς, για να σωθεί το περιεχόμενό του, το είχαμε μεταφράσει σε κώδικα και το είχαμε περάσει στο τελευταίο CD της 'Αννας».
«Τι λέει το περιεχόμενό του;», είπα, καθώς υποπτευόμουν τι πάει να γίνει. Ο Ρηχός Οισοφάγος μου έδωσε ένα χαρτάκι με έξι νούμερα: «4, 8, 15, 16, 23, 42»
«Τι είναι αυτή η μαλακία;»
«Το κλειδί. Μ' αυτό και το βιβλιαράκι στο CD της 'Αννας θα λύσεις το μυστήριο».
«Καλά, γιατί δε μου τα λες, αφού τόσα μου είπες»
«Ακριβώς. Σου έχω πει ήδη πάρα πολλά. Τα υπόλοιπα θα τα βρεις μόνος».
Δεν είχα τι να ρωτήσω σ' αυτή τη βλακώδη απάντηση. «Μήπως έχεις ένα CD της Άννας;»
Ο Ρηχός Οισοφάγος με κοίταξε. Πίσω από τα μαύρα του γυαλιά ένιωθα τον οίκτο.
«Καλά θα το αγοράσω», είπα.
Ο Ρηχός Οισοφάγος έβαλε μπρος τη μηχανή. Η κουβέντα μας είχε τελειώσει. Άνοιξα την πόρτα του Α4.
«Α, κάτι τελευταίο», είπα. «Μήπως μπορείς να μου θυμίσεις πώς λέγεται το CD της 'Αννας;» Ο Ρηχός Οισοφάγος έφυγε σπινιάροντας. Έπεσα στην άσφαλτο με πάθος.

-----2

Μέρες πέρασαν, και η λύση δεν εμφανιζόταν. Είχα το βιβλιαράκι που έγραφε απ' έξω "Nylon" και το χάζευα, το διάβαζα, το ξαναδιάβαζα, το απομνημόνευσα, χάζευα την αφισούλα, και μετά το διάβαζα πάλι, σημείωνα, ζωγράφιζα, υπολόγιζα, αλλά ο κώδικας ήταν απροσπέλαστος, ακατανόητος. Το βιβλιαράκι περιείχε μόνο τους στίχους των τραγουδιών, την αφιέρωση «Σοφία:» στην πρώτη σελίδα, και φωτογραφίες. Δεν έβγαζα νόημα, είχα φτάσει στα όριά μου, κόντευα να βάλω το CD στο player και να το ακούσω από την απελπισία. 'Αντεξα.

Έκανα ένα διάλειμμα για λίγη πορνογραφία, έκανα ένα μπάνιο, έκανα μια βόλτα γύρω απ' το τετράγωνο χωρίς ρούχα, επέστρεψα, και κάθισα στη λεκάνη για να σκεφτώ. Και τότε, καθώς το σώμα μου άδειαζε, φρέσκος αέρας μπήκε στο μυαλό μου, και έκλεισα τα μάτια και το είδα.

Κάθε νούμερο ήταν ένα γράμμα από τους στίχους.

4= το τέταρτο γράμμα του πρώτου τραγουδιού 9= το ένατο γράμμα του δεύτερου τραγουδιού το αποτέλεσμα ήταν ελπιδοφόρο: ΗΔΕΣΠΟ.
Το μυαλό μου έτρεχε αχαλίνωτο, σηκώθηκα απ΄ τη λεκάνη, πήρα μολύβι, και άρχισα να σημειώνω στο χαρτί υγείας. Τα ίδια νούμερα, από το τελευταίο τραγούδι προς το πρώτο: ΙΝΑΕΙΝ Τα νούμερα ανάποδα, από το πρώτο στο τελευταίο τραγούδι: ΑΙΑΔΕΡ Τα νούμερα ανάποδα, από το τελευταίο τραγούδι στο πρώτο: ΦΗΜΟΥ! Μετά σκουπίστηκα με το χαρτί υγείας που μόλις είχα γράψει, οπότε το ξανάκανα όλο αυτό, και το αποτέλεσμα ήταν μπροστά μου, ξεκάθαρο: Η ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΔΕΡΦΗ ΜΟΥ!

Χλώμιασα και ξεροκατάπια. Αδερφές. Ήταν αδερφές.
Το τηλέφωνο χτύπησε.
«Είσαι έτοιμος;» είπε ο Ρηχός Οισοφάγος.
«Είμαι αποσβολωμένος», είπα.
«Αυτό που ξέρεις μπορεί να καταστρέψει την ελληνική σοουμπίζ»
«Ή να τη σώσει». Σε στιγμές κρίσης, γίνομαι μελοδραματικός.
Ο Οισοφάγος μου είπε να πάω να τον βρω αμέσως στον Βοτανικό. Πριν καν βγω στην Εθνική είχα καταλάβει ότι ένα μαύρο MX-5 με οδηγό έναν μαλλιαρό αλλόκοτο με μάσκαρα με ακολουθούσε. Προσπάθησα να χωθώ πίσω από νταλίκες, να προσπεράσω φορτηγά, να κρυφτώ κάτω από σχολικά, αλλά το MX-5 ήταν γρήγορο κι ευέλικτο σαν χέλι, και θανατηφόρο σαν σμέρνα, και δεν έκανε καμία προσπάθεια να κρύψει ότι με ακολουθεί, και έτσι σύντομα έφτασε να μου φιλά τον προφυλακτήρα. Στο βολάν ήταν ο Τάκης Κουβατσέας.
Τηλεφώνησα πανικόβλητος στο μόνο μου φίλο στη Γη.
«Με κυνηγάει ο Τάκης Κουβατσέας. Ζω έναν εφιάλτη».
«Σε κυνηγάει; Και που πας;».
«Στο ραντεβού μας έρχομαι»
«Τι; Πόσο ηλίθιος είσαι; Τον φέρνεις σε μένα;»
«Τι να κάνω; Θέλω τη μαμά μου»
«Ξέφυγέ του. Σταμάτα να κλαψουρίζεις. Δεν έχεις λόγο να ανησυχείς»
«Πώς;» εξερράγην. «Ένας ντράμερ-φονιάς με παλαβά μαλλιά μου έχει βουλώσει την εξάτμιση και μου λες να μην ανησυχώ;»
«Ναι, είσαι ήδη νεκρός, αυτός που εσύ ξέρεις ως Κουβατσέα είναι ο καλύτερος πληρωμένος δολοφόνος του κόσμου, δεν έχει αστοχήσει ποτέ, πιθανότατα δεν θα ζήσεις μέχρι να τελειώσω αυτή την πρόταση».
Σιωπή.
«Έλα»
«Ναι»
«Ακόμα ζεις;»
«Ναι».
«Μπράβο. Αν ζήσεις, έλα. Αλλιώς, χάρηκα που σε γνώρισα. Αντίο».

Στη μέση της Εθνικής οδού, με τα αυτοκίνητα να κατεβαίνουν με 120 σε τέσσερις λωρίδες, με τον φονιά στο κατόπι, έκοψα απότομα δεξιά και τράβηξα χειρόφρενο. Τέσσερις αυτοκτονικές τούμπες αργότερα, ο ορυμαγδός της τσαλακωμένης λαμαρίνας σταμάτησε και το μόνο πράγμα που ακουγόταν ήταν οι αερόσακοι που ξεφούσκωναν. Παραδόξως κατάφερα να βγω μόνος μου από τα συντρίμμια πριν η μυρωδιά της βενζίνης πλημμυρίσει τα πάντα. Το ΜΧ-5 είχε σφηνωθεί στο πάτωμα του Yaris μου, τα δύο αυτοκίνητα είχαν γίνει για πάντα ένα. Οι περίεργοι διερχόμενοι έκοβαν ταχύτητα, μερικοί σταματούσαν κιόλας. Με κοίταζαν με απορία και οίκτο. Έτρεξα.

------3

Στο Βοτανικό υπήρχε ακόμα η αφίσα της αδερφής της Δέσποινας Βανδή, αλλά το εσωτερικό ήταν ένα άδειο κουφάρι, και απ' έξω το πεζοδρόμιο της Ιεράς Οδού ήταν άδειο, εκτός από ένα μοναχικό αυτοκίνητο που λικνιζόταν απ΄ το πάθος. Μέσα στη σπηλαιώδη αίθουσα, ο Ρηχός Οισοφάγος δεν με περίμενε.

«Δεν περίμενα να σε ξαναδώ».
«Είμαι πολύ σκληρός για να πεθάνω» Το μεταλλικό του γέλιο αντήχησε φρικιαστικά.
«Είσαι σίγουρος ότι δεν σε ακολούθησε;»
«Έχει γίνει ένα με τα σίδερα, τώρα»
«Πάντα ήταν για τα σίδερα» Δεν γέλασα.
Από την τσέπη της καμπαρντίνας του έβγαλε δυο διαβατήρια.
«Τι είναι αυτά;»
«Δεν μπορούμε να μείνουμε πια εδώ», είπε. «Η αλήθεια που ξέρουμε δεν θα γίνει ανεκτή. Πρέπει να πάμε έξω, μακριά, και να αρχίσουμε δουλειά για την αποκάλυψή της, και ίσως να στήσουμε και καμιά off-shore εταιρία».
«Είμαι δεμένος μ' αυτή τη χώρα»
«Είσαι άφιλος, μόνος, και στη Μαύρη Λίστα του Τειρεσία. Καλό θα σου κάνει ο καθαρός αέρας της Αντίγκουα»
«Αντίγκουα»
«Είναι μια νέα αρχή»
Η έκρηξη άνοιξε μια τρύπα στον τοίχο. Ο Ρηχός Οισοφάγος πρόλαβε να ψελλίσει «όχι!» και, πριν καταλαγιάσει ο κουρνιαχτός, οι κομάντος του «ΥΔSQΕS» (Υπηρεσία για τη Διατήρηση του Status Quo στην Ελληνική Showbiz) εισέβαλλαν στο χώρο. Η κοσμική φόνισσα Χριστίνα Πολίτη, ο παρανοϊκός μαέστρος του τρόμου Φοίβος, ο φονιάς με το αγγελικό πρόσωπο Φωκάς Ευαγγελινός, και ο μάστερ σουντόκου νίντζα Κωνσταντίνος Καφίρης ακροβολίστηκαν, καθώς ο ελαφρώς καλοχτενισμένος αλλά κατά τα άλλα υγιέστατος Τάκης Κουβατσέας έβγαλε το σαμουράι σπαθί και τα σούρικεν, και εξαπέλυσε την τελική του επίθεση. Ήταν τότε που τα όρια ξεπεράστηκαν, που σαν να διάβηκα ένα φανταστικό σύνορο, που η ψυχή μου δονήθηκε και συγκλονίστηκε και ξέσπασε, μη αντέχοντας πια τόση βία, και εκδήλωσε τον πόνο και τον αποτροπιασμό της σε μελωδία, σε τραγούδι. «

Δώδεκα», ψέλλισα, καθώς ο απόκοσμος ντράμερ ξεχυνόταν εναντίον μας. «Κι ουτ' ένα τηλεφώνημα»
Λίγο πιο δυνατά.
«Τον αριθμό της μοναξιάς μου δεν χτυπάς» O Κουβατσέας διστάζει. Κάτι αλλάζει. «Και τελειώνει η απόσταση για μας» «Δώδεκα»
Οι πέντε του «ΥΔSQΕS» υποχωρούσαν τώρα από τη δύναμη της μουσικής.
«Κι η ελπίδα μου κρεμάστηκε σε ένα τηλέφωνο που έμεινε νεκρό και η καρδιά μου που φωνάζει σ' αγαπώ», τραγουδούσα, και κανείς δεν μπορούσε να αντισταθεί στην ισχύ της ψυχής, του πόνου, της έλλειψης. Η φωνή μου δονούσε τον κενό Βοτανικό, και πέταξε και εξατμίστηκε στον αέρα της πόλης που ξαφνικά διαθλούσε το φως πιο αισιόδοξα. Και μετά ήμασταν πάλι μόνοι.

«Τα κατάφερα», είπα. Τους είχα απωθήσει με το αισθαντικό μου τραγούδι.
«Γκκκκκννννννννννννννννι», είπε το μεταλλικό μαραφέτι στο λαιμό του Ρηχού Οισοφάγου. Ήταν ξαπλωμένος στο σκονισμένο πάτωμα με ένα ασημένιο σούρικεν, το θανατηφόρο αστέρι των Νίντζα, καρφωμένο στο στέρνο.
«Ω όχι», είπα, λίγο περισσότερο αδερφίστικα από όσο ήθελα.
«Μας περίμεναν. Μας παρακολουθούσαν» είπε η μεταλλική φωνή. Θυμήθηκα όλα τα λικνιζόμενα αυτοκίνητα στις συναντήσεις μας. Πόσο βλάκας ήμουν.
«Θα πεθάνεις τώρα δηλαδή;»
«Φοβάμαι πως ναι»
«Μαλακία»
«Τουλάχιστον ζεις εσύ. Και μαζί σου η αλήθεια»
«Ναι. Απίστευτο είναι, ακόμα δεν το έχω χωνέψει. Η Βίσση και η Βανδή είναι αδερφές»
«Γκκκκκννννννννννννννννι», έκανε πάλι το μαραφέτι. Ο Οισοφάγος ψυχορραγούσε εξοργισμένος.
«Πόσο ηλίθιος είσαι;» ψιθύρισε με δυσκολία. «Ο γρίφος... δεν... αδερφ...» «Τι; Τι;» «Σοφ... Σοφία»
«Τι Σοφία; Σοφία Αλιμπέρτη; Σοφία Λόρεν;» «Σοφία... αδερφ...»
Και τότε το κατάλαβα. Η ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΔΕΡΦΗ ΜΟΥ Και στην αρχή το «Σοφία:». Δεν ήταν αφιέρωση. Η Βανδή δεν ήταν αδερφή της 'Αννας. Ήταν αδερφή της Σοφίας Καρβέλα. Κοίταξα τον άντρα που είχε θυσιάσει τόσα για να φέρει την αλήθεια στο ημίφως που ήμουν εγώ.
«Εσύ πως τα ξέρεις όλα αυτά;», ρώτησα.
«Φυσικά τα ξέρω» είπε.
«Όλα τα ξέρω. Είμαι ο πατέρας»
Το καπέλο έπεσε κάτω, ασημένια μαλλιά και αίμα χύθηκαν στο πάτωμα. Το μικρόφωνο ξεκόλλησε απ' το λαιμό. Τα γυαλιά γλίστρησαν στο πλάι, τα μάτια απλανή, η ιδιοφυΐα από πίσω θολώνει. Ο Νίκος Καρβέλας ξεψύχησε εκεί, στην αγκαλιά μου.

-------4

Ανοίγουν το φάκελο που τους έχω στείλει. Η Άννα Βίσση και η Δέσποινα Βανδή, χαμένες στη δίνη συμβάντων πολύ μεγαλύτερων από τις ίδιες, αυτές τουλάχιστον πρέπει να ξέρουν την αλήθεια. Δεν προσέχουν το μικροσκοπικό μικρόφωνο στο εσωτερικό του φακέλου. Από την απέναντι ταράτσα βλέπω τα πάντα. Διαβάζουν μαζί και κλαίνε.
«Η φιλία μας είναι το πιο σημαντικό πράγμα»
«Πρέπει να κρατήσει».
«Σ’ αγαπώ».
«Κι εγώ σ' αγαπώ...»
«…μαμά».
Κλάματα. Αγκαλιές σφιχτές, σχεδόν λεσβιακές. Τα δάκρυα αναμειγνύονται. Και μετά, χαμόγελα και αναστεναγμοί ευτυχίας και ανακούφισης. Τα πρησμένα από το κλάμα πρόσωπά τους λάμπουν. Φορούν τις πιτζάμες τους. Παίζουν μαξιλαροπόλεμο. Ανοίγουν παγωτά και κάθονται στην τηλεόραση, βλέπουν Παρά Πέντε και συζητάνε για γκόμενους. Είναι ξανά καλύτερες φίλες. Φούρνοι γκρεμίζονται πάλι.

ΠΑΝΩ
σχολίασε

το newsletter

Υποδεχτείτε γλυκόλογα, τρυφερότητες, λινξ και νέα
κάθε Παρασκευή στο inbox σας. Αν θέλετε.