Κώστας Φωτόπουλος: Καταδικασμένος Σε Θάνατο

Esquire, Απρίλιος 2004

Ο κατάδικος οδηγείται στο θάλαμο της εκτέλεσης. Ξαπλώνει στο φορείο που βρίσκεται εκεί, και οι υπάλληλοι τον δένουν με τα δερμάτινα λουριά. Μετά, του περνούν δύο ορούς, έναν σε κάθε χέρι, και τον συνδέουν με το μηχάνημα που κάνει το καρδιογράφημα.

Οι υπάλληλοι περνούν πίσω από μια κουρτίνα, στο δικό τους θάλαμο. Εκεί βρίσκονται οι οροί, που με σωληνάκια που διασχίζουν την κουρτίνα φτάνουν στις φλέβες του κατάδικου. Εκεί βρίσκεται και το μηχάνημα που παρακολουθεί την καρδιακή του λειτουργία. Στον τοίχο υπάρχει ένα τηλέφωνο. Αν ο κυβερνήτης αποφασίσει την τελευταία στιγμή να δώσει χάρη, αυτό το τηλέφωνο θα χτυπήσει. Οι υπάλληλοι ρίχνουν κρυφές ματιές προς το μέρος του.

Την ίδια ώρα, ο κατάδικος έχει την ευκαιρία να κοιτάξει μέσα από ένα παράθυρο, και να δει τους μάρτυρες της εκτέλεσής του. Ανάμεσά τους μπορεί να είναι συγγενείς των θυμάτων, δημοσιογράφοι, κάποιος ιερέας. Ο κατάδικος έχει το δικαίωμα να πει τα τελευταία του λόγια.

Από την άλλη πλευρά της κουρτίνας, οι υπάλληλοι-εκτελεστές παίρνουν στα χέρια τους τις σύριγγες –και ένας ένας ρίχνουν το περιεχόμενό τους στον ορό του κατάδικου. Κανείς τους δεν ξέρει τι περιέχει η σύριγγά του. Κανείς τους δεν ξέρει ποιος έκανε τη θανατηφόρα ένεση.

Η πρώτη ένεση περιέχει αναισθητικό (Νατριούχος Θειοπεντάλη), που ναρκώνει τον κρατούμενο. Πρόκειται για βαρβιτουρικό που προκαλεί γενική αναισθησία. Μετά τη χορήγησή του ο κρατούμενος δεν νιώθει τίποτα. Η δόση είναι τόσο μεγάλη, που συχνά αυτός είναι ο θανατηφόρος παράγοντας.

Μετά ο ορός καθαρίζεται με ουδέτερο διάλυμα και προστίθεται η επόμενη ουσία, ένα πανίσχυρο μυοχαλαρωτικό (Pancuronium Bromide). Η δόση που χορηγείται σταματά τη λειτουργία του διαφράγματος και των πλευρών, και ο κρατούμενος παύει να αναπνέει.

Ο ορός καθαρίζεται πάλι, και μετά προστίθεται η τελευταία ουσία, το χλωριούχο ποτάσιο, που διακόπτει τη λειτουργία της καρδιάς.

Από την άλλη πλευρά της κουρτίνας, το μηχάνημα δείχνει επίπεδη γραμμή. Ο κρατούμενος έχει πεθάνει. Οι μάρτυρες αναπνέουν με ανακούφιση. Η Πολιτεία της Φλόριντα και οι ΗΠΑ είναι τώρα πιο ασφαλές μέρος.

Το πτώμα του κρατούμενου μπαίνει σε μια σακούλα και δίνεται στους συγγενείς. Ο θάλαμος καθαρίζεται και απολυμαίνεται, για να είναι έτοιμος για τον επόμενο.

Στην φυλακή Starke της Φλόριντα, ο Κωνσταντίνος Φωτόπουλος, ένας Έλληνας, είναι ο κρατούμενος με τον αριθμό 616550. Βρίσκεται εκεί εδώ και 15 χρόνια. Και περιμένει τη σειρά του.

fotopoulos03

Το Χρονικό Μερικών Προαναγγελθέντων Θανάτων

Πώς φτάνει ένας μορφωμένος, ευκατάστατος Έλληνας από καλή, εύπορη οικογένεια στην death row μιας αμερικανικής φυλακής; Το κρίσιμο γεγονός, ήταν φυσικά ένας φόνος. Αλλά για να καταλάβετε τι οδήγησε στην σκοτεινή και περίεργη ιστορία της καταδίκης του Κώστα Φωτόπουλου σε θάνατο, πρέπει να ξεκινήσουμε από λίγο νωρίτερα.

Ο Κώστας Φωτόπουλος γεννήθηκε το 1959, και ήταν το δεύτερο παιδί μιας εύπορης οικογένειας. Ο πατέρας του δούλευε στην Ολυμπιακή Αεροπορία, έτσι ο μικρός ανέπτυξε από νωρίς μια αγάπη για τα αεροπλάνα. Όταν ήρθε η ώρα, αποφασίστηκε να πάει στις ΗΠΑ για να σπουδάσει αεροναυπηγική, καθώς η Ελλάδα δεν προσέφερε ποιοτικές εξειδικευμένες σπουδές στον τομέα. Ο Κώστας Φωτόπουλος έφυγε για το Σικάγο και τους θείους του που ζούσαν εκεί σε ηλικία 17 ετών, φοίτησε στο AuroraCollege, και μετά σπούδασε αεροναυπηγός στο Πανεπιστήμιο Lewis. Στη συνέχεια κατέβηκε στην Ντεϊτόνα της Φλόριντα για να κάνει το μεταπτυχιακό του στο RibbleAeronauticalUniversity. Καθώς σπούδαζε, δούλευε και σε ένα ελληνικό εστιατόριο. Δεν σκόπευε να μείνει εκεί –η Ντεϊτόνα είναι μια λουτρόπολη που ζει κυρίως από τον τουρισμό, δεν έχει μεγάλες βιομηχανίες, έτσι ο νεαρός και φέρελπις Κώστας θα αναζητούσε την τύχη του αλλού στην Αμερική, ή και στην Ελλάδα μετά το τέλος των σπουδών του. Η μοίρα, όμως, τα έφερε αλλιώς, και ο Κώστας Φωτόπουλος ερωτεύτηκε.

Η Λίζα Πασπαλάκη ήταν κόρη ενός Έλληνα επιχειρηματία της Ντεϊτόνα. Έξυπνη και δραστήρια, σχεδίαζε τη μελλοντική της καριέρα στο τιμόνι της οικογενειακής επιχείρησης, όταν ο γοητευτικός, ψηλός, μορφωμένος Κώστας εμφανίστηκε στη ζωή της, και ανέτρεψε όλα της τα σχέδια. Οι δυο τους γνωρίστηκαν, αγαπήθηκαν και παντρεύτηκαν το 1984. Ο γάμος τους κράτησε περίπου πέντε χρόνια.

Στις 4 Νοεμβρίου του 1989, στις πέντε η ώρα το πρωί, ένας 19χρονος άστεγος ονόματι Μπράιαν Τσέις εισέβαλε στην οικία Φωτόπουλου. Κατευθύνθηκε στο υπνοδωμάτιο, όπου πυροβόλησε μια φορά την Λίζα Φωτοπούλου στο κεφάλι. Προσπάθησε να πυροβολήσει ξανά, αλλά το 22άρι του έπαθε εμπλοκή. Ο Κώστας Φωτόπουλος πετάχτηκε από τον ύπνο του –χωρίς να πανικοβληθεί, άπλωσε το χέρι κάτω από το κρεβάτι και άρπαξε το πιστόλι του. Χωρίς δισταγμό πυροβόλησε τον Μπράιαν Τσέις και τον σκότωσε. Μετά κάλεσε το ασθενοφόρο.

Τις μέρες που ακολούθησαν, ο Κώστας Φωτόπουλος ειδοποίησε την οικογένειά του να έρθει, γιατί κάτι πολύ άσχημο είχε συμβεί. Η μάνα του και η αδερφή του έσπευσαν στην Φλόριντα, και διαπίστωσαν ότι τα πράγματα ήταν ακόμα χειρότερα από ότι περίμεναν. Η Λίζα, ως εκ θαύματος, είχε επιζήσει, αλλά ο Κώστας ήταν στη φυλακή. Μια εβδομάδα μετά το επεισόδιο με τον Μπράιαν Τσέις, η αστυνομία τον συνέλαβε ως ύποπτο για την οργάνωση της δολοφονίας της γυναίκας του, καθώς και για τη δολοφονία ενός άλλου άνδρα. Η ιστορία ήταν πολύ πιο περίπλοκή από ότι φαινόταν στην αρχή.

Το κεντρικό πρόσωπο στην υπόθεση, βλέπετε, δεν είναι ο ίδιος, ούτε η γυναίκα του –είναι η νεαρή ερωμένη του, η 18χρονη Ντίντρε Χαντ. Η Χαντ είχε έρθει στην Ντεϊτόνα απ’ το Νιου Χάμσαϊρ κουβαλώντας ένα αρκετά πλούσιο παρελθόν. Περίπου ένα χρόνο νωρίτερα, είχε εμπλακεί στην απόπειρα δολοφονίας μιας γυναίκας στη Νέα Υόρκη. Η Χαντ είχε υποστηρίξει ότι μια φίλη της είχε πυροβολήσει τέσσερις φορές τη γυναίκα με σκοπό τα δυο κορίτσια να τη ληστέψουν. Συμφώνησε με τον εισαγγελέα να καταθέσει κατά της φίλης της, με αντάλλαγμα μια ήπια ποινή για συνεργεία σε ληστεία. Οκτώ μήνες αργότερα, όμως, η γυναίκα, που είχε επιζήσει, συνήλθε, και κατέθεσε ότι η Χαντ ήταν αυτή που την είχε πυροβολήσει. Η πολιτεία δεν μπορούσε να την δικάσει εκ νέου για την υπόθεση, καθώς την είχε ήδη καταδικάσει σε ολιγόμηνη φυλάκιση. Η Χαντ έκανε τη φυλακή της, και στη συνέχεια έφυγε από την πολιτεία για νέες περιπέτειες στην ηλιόλουστη Φλόριντα.

Ένα μήνα μετά την άφιξή της στην Ντεϊτόνα, το καλοκαίρι του ’89, γνώρισε τον Τόνι, τον διευθυντή ενός μπιλιαρδάδικου στην παραλία. Η Χαντ ήταν όμορφη –πολύ όμορφη. Ο Τόνι της βρήκε σπίτι, της υποσχέθηκε ότι θα της δίνει λεφτά και θα την συντηρεί, με τα αυτονόητα ανταλλάγματα. Λίγο αργότερα μπήκε στη συμφωνία και το αφεντικό του Τόνι. Η Χαντ, όταν κατάλαβε ότι ο Τόνι ήταν ένας απλός υπάλληλος, έστρεψε την προσοχή της στο αφεντικό.

Το αφεντικό, φυσικά, ήταν ο Κώστας Φωτόπουλος.

Ο ίδιος ο Κώστας περιγράφει τη συμφωνία σε ένα από τα γράμματα που έχει στείλει στο Μάνο Αθανασίου, ένα νομικό ανθρωπίνων δικαιωμάτων που ζει στο Παρίσι και ασχολείται με την υπόθεση. «Μια και η κοπέλα ‘’ήταν καλή μαζί μου’’, την προώθησα και στον κοινωνικό τομέα», γράφει. «Εκτός από το διαμέρισμα (που της νοίκιαζα), της αγόραζα και ωραία ρούχα για τα πάρτι, της νοίκιασα αυτοκίνητο και της έδινα χρήματα για χαρτζιλίκι». Εκείνο τον καιρό ο Φωτόπουλος διαχειριζόταν τα μαγαζιά με τουριστικά είδη που είχε αφήσει πίσω ο πεθερός του μετά το θάνατό του, καθώς και το μπιλιαρδάδικο, το οποίο είχε ανοίξει ο ίδιος. Οι δουλειές πήγαιναν καλά, και τα οικονομικά του επέτρεπαν να διατηρεί μια ερωμένη.

Σύμφωνα με τον ίδιο, ωστόσο, η ζήλεια του υπαλλήλου του ήταν η αρχή του τέλους.

«Ο Τόνι, μάλλον από ζήλεια, είπε στη γυναίκα του ότι εγώ είχα σχέσεις με την Χαντ. Η γυναίκα του, χωρίς να χάσει καιρό, πήρε τηλέφωνο τη δικά μου και της ανέφερε το γεγονός».

Ο Φωτόπουλος αρνήθηκε κάθε σχέση με τη νεαρή σερβιτόρα, βέβαια, αλλά υποσχέθηκε στη Λίζα ότι θα την απέλυε.

«Φυσικά», γράφει, «τώρα που η γυναίκα μου υποψιαζόταν ότι είχα σχέσεις με την Χαντ έπρεπε να ξεκόψω, πράγμα που άρχισα να κάνω αμέσως».

Η ερμηνεία του Κώστα Φωτόπουλου για τα γεγονότα που ακολούθησαν μοιάζει λογική: Η νεαρή, που βρέθηκε ξαφνικά με διαμέρισμα, αυτοκίνητο, ρούχα και λεφτά, κινδύνευε να επιστρέψει στο δρόμο. Έχοντας και ένα αρκετά σκοτεινό παρελθόν, εύκολο είναι να πιστέψει κανείς ότι αποφάσισε να ξεκάνει τη Λίζα Φωτοπούλου, πρώην Πασπαλάκη, για να μην χάσει τον ευεργέτη/εραστή της.

Την 1η του Νοέμβρη, έγινε η πρώτη επίθεση. Ένας νεαρός άνδρας μπήκε στο κατάστημα που διεύθυνε η Λίζα Φωτοπούλου, κραδαίνοντας ένα όπλο. Η Λίζα κατάφερε να διαφύγει από αυτό που πίστευε ότι ήταν μια απόπειρα ληστείας. Εκ των υστέρων αποδείχτηκε ότι η Ντίντρε Χαντ είχε προσλάβει τον νεαρό για να την δολοφονήσει, και πριν από αυτόν είχε προσλάβει άλλους δύο, οι οποίοι ποτέ δεν το αποπειράθηκαν. Ο τέταρτος, όμως, βρήκε το στόχο του. Ήταν ο Μπράιαν Τσέις.

Μέχρι εδώ, η υπόθεση είναι μια συναρπαστική αστυνομική ιστορία με πάθη και εγκλήματα, με καλούς οικογενειάρχες και μια μοχθηρή ερωμένη, σαν σενάριο αμερικάνικης τηλεταινίας με την Τόρι Σπέλινγκ. Κι όμως, δύο άνθρωποι καταδικάστηκαν σε θάνατο γι’ αυτή την υπόθεση, η οποία, όπως σας προειδοποίησα, δεν είναι καθόλου απλή. Γιατί αυτή είναι η εκδοχή της αλήθειας σύμφωνα με όσα γράφει ο Κώστας Φωτόπουλος, αλλά στις παρυφές της υπάρχουν και μερικές πολύ σημαντικές λεπτομέρειες, την κυριότερη από τις οποίες ανακάλυψαν οι αστυνομικοί σε μια καφετιά τσάντα στο γκαράζ του Φωτόπουλου, και είχε μορφή βιντεοκασέτας.

fotopoulos02

Ο Τέλειος Φόνος

Ξέρετε τι είναι οι snuff movies; Είναι οι ερασιτεχνικές ταινίες που παρουσιάζουν αληθινά βασανιστήρια, ή αληθινούς φόνους. Αυτό ακριβώς βρήκαν στο γκαράζ του Φωτόπουλου οι αστυνομικοί, λίγες μέρες μετά τη διάρρηξη στο σπίτι του και τη δολοφονία του Μπράιαν Τσέις.

Η κασέτα δείχνει ένα νεαρό άνδρα δεμένο σε ένα δέντρο. Το όνομά του είναι Μαρκ Κέβιν Ράμσεϊ, είναι 19 χρονών, και μοιάζει αρκετά φοβισμένος. Ο Ράμσεϊ πιστεύει ότι αυτή είναι μια τελετή μύησης σε κάτι σαν συμμορία εκτελεστών. Στο πλάνο φαίνεται άλλη μια φιγούρα –αυτή της Ντίντρε Χαντ. Η Χαντ κρατά ένα πιστόλι 22 χιλιοστών. Το υψώνει και σημαδεύει τον Ράμσεϊ στο στήθος. Μια ανδρική φωνή, πιθανότατα αυτού που κρατά την κάμερα, της λέει τι να κάνει. Η Χάντ πυροβολεί τρεις φορές. Μετά υψώνει το πιστόλι της λίγο ακόμα, και πυροβολεί τον Ράμσεϊ μια φορά ακόμα, στο κεφάλι. Η εικόνα σβήνει.

Η αστυνομική έρευνα βρήκε το πτώμα του Ράμσεϊ σε ένα δάσος κοντά στη Ντεϊτόνα στα τέλη του Οκτώβρη του ’89. Εκτός από τις τέσσερις σφαίρες της Χαντ, το σώμα του είχε δεχτεί και μια ριπή από Καλάσνικοφ.

Λίγες μέρες μετά τη σύλληψη του Φωτόπουλου, και μετά την κατάθεση της (επίσης συλληφθείσας) Χαντ, η αστυνομία έψαξε σπιθαμή προς σπιθαμή το σπίτι της Μαρίας Πασπαλάκη, πεθεράς του Κώστα, όπου ζούσε το ζευγάρι μαζί με την ίδια και τον αδερφό της Λίζας, Ντίνο. Εκτός από τη βιντεοκασέτα στο γκαράζ, οι αστυνομικοί, μετά από υπόδειξη της Λίζας, που τον είχε δει «να θάβει κάτι στον κήπο», βρήκαν ένα σακίδιο θαμμένο στο λάκκο του μπάρμπεκιου. Το σακίδιο περιείχε ένα πιστόλι των 22 χιλιοστών, ένα σιγαστήρα, πυρομαχικά, και ένα Καλάσνικοφ.

Αργότερα, στο δικαστήριο, πολλοί μάρτυρες αναγνώρισαν τη φωνή του Φωτόπουλου στην κασέτα (κάτι που δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει αποδεκτό στα ευρωπαϊκά δικαστήρια, βέβαια, γιατί η φωνή είναι μεταβλητό χαρακτηριστικό –στην Αμερική δεν έχουν πρόβλημα, ωστόσο). Η κασέτα ήταν η απαρχή της ιστορίας της Χαντ, η οποία σύντομα έγινε η ιστορία που πίστεψε η Αμερικανική Δικαιοσύνη.

Ο Φωτόπουλος, σύμφωνα μ’ αυτή την εκδοχή της αλήθειας, δεν ήταν καθόλου ήσυχος και νομοταγής πολίτης. Εκτός από την μεγάλη του αγάπη για κάθε είδους όπλα και παραστρατιωτικά αξεσουάρ (είχε αρκετά όπλα στο σπίτι), είχε και έξι καταδίκες για κακουργήματα στο παρελθόν («κανένα από αυτά βίαιο», επέμεινε στο δικαστήριο). Σύμφωνα με καταθέσεις, ήταν γνωστός στην πιάτσα ως πλαστογράφος, και έκανε αρκετά χοντρές δουλειές στον τομέα. Το δικαστήριο, μάλιστα, απεφάνθη ότι ο Μαρκ Ράμσεϊ επιλέχθηκε ως θύμα για την «δοκιμασία» της Χαντ επειδή εκβίαζε τον Φωτόπουλο σε σχέση με αυτές του τις δραστηριότητες.

Η Χαντ υποστήριξε ότι ο Φωτόπουλος την ανάγκασε να πυροβολήσει τον Ράμσεϊ, απειλώντας την ότι αλλιώς θα την σκοτώσει. Ακόμα, ήθελε να την δοκιμάσει, για να της αναθέσει στη συνέχεια τη δολοφονία της γυναίκας του. Ο Φωτόπουλος στη συνέχεια ανάθεσε στην Χαντ να προσλάβει άλλους γι’ αυτό το σκοπό, και πυροβόλησε τον Μπράιαν Τσέις για να κάνει το συμβάν να φανεί σαν αυτοάμυνα πάνω σε ληστεία.

Επιπλέον, η μάνα της Χαντ κατέθεσε ότι ο Φωτόπουλος είχε ανέβει στο Νιου Χάμσαϊρ και είχε απειλήσει τη ζωή της, αν ποτέ η Ντίντρε τον εγκατέλειπε, δίνοντας άλλη μια εικόνα ενός ανεξέλεγκτου, επικίνδυνου ανθρώπου.

Και ποιο ήταν το κίνητρο για όλα αυτά;

Σύμφωνα με την Χαντ, μια ασφάλεια ζωής αξίας 700.000 δολαρίων. Ακόμα, σύμφωνα με άλλες πληροφορίες η Λίζα σκόπευε να τον χωρίσει –πράγμα που θα τον απομάκρυνε από τα μαγαζιά του πεθερού του. Γι’ αυτό υποτίθεται ότι σκάρωσε όλη αυτή τη συνομωσία.

Όταν η ιστορία του έγινε γνωστή –δηλαδή, η δεύτερη εκδοχή της- η κοινή γνώμη αναστατώθηκε από το μέγεθος της συνωμοσίας. Η υπόθεση έγινε ακόμα και βιβλίο από τον συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων Γκάρι Πρόβοστ. Το βιβλίο είχε τίτλο: «Ο Τέλειος Σύζυγος: Η Αληθινή Ιστορία της Έυπιστης Νύφης που Ανακάλυψε ότι ο Άντρας της Ήταν Ψυχρός Δολοφόνος». Σ’ αυτό, ο Πρόβοστ υποστήριζε ότι ο Φωτόπουλος ήταν υπεύθυνος ακόμα και για το θάνατο του πεθερού του.

Η Αμερικανική Δικαιοσύνη πείστηκε για την ενοχή και των δύο, και τους καταδίκασε σε θάνατο –πρώτα την Χαντ, και μετά τον Φωτόπουλο (η ποινή της Χαντ μετατράπηκε σε ισόβια αργότερα).

Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι η Λίζα Φωτοπούλου, πρώην Πασπαλάκη, πείστηκε εξίσου. Πάγωσε όλα του τα περιουσιακά στοιχεία καταθέτοντας αίτηση διαζυγίου αμέσως μετά την σύλληψή του, με αποτέλεσμα να μην έχει την οικονομική ευχέρεια να προσλάβει έναν ικανό δικηγόρο. Στη δίκη κατέθεσε εναντίον του. Σήμερα πλέον, η Λίζα Φράγκου, πρώην Φωτοπούλου, έχει φτιάξει ξανά τη ζωή της και προσπαθεί να ξεχάσει.

Τελικά είναι αθώος ή ένοχος; Από την έρευνά μου δεν κατόρθωσα να φτάσω σε ασφαλές συμπέρασμα, καθώς υπάρχουν πολλά και μεγάλα ερωτηματικά και στις δύο εκδοχές της ιστορίας. Κατάλαβα όμως πολύ καλά ότι αυτή, αγαπητέ αναγνώστη, είναι η λάθος ερώτηση.

Στο Έλεος του Μπους

Η μοναδική αδερφή του Κώστα Φωτόπουλου, Μέρσα, ζει σε ένα άνετο διαμέρισμα στην Πεύκη. Έχει μια τυπικά ελληνική οικογένεια: Οι γονείς της ζουν δύο ορόφους χαμηλότερα, έχει τον άντρα της, μια όμορφη κόρη και ένα φουντωτό σκυλί, που με αντιπαθεί με την πρώτη ματιά.

fotopoulos01Τα τελευταία χρόνια, η Μέρσα έχει γίνει η φωνή που εκπροσωπεί την Κώστα στα Ελληνικά media, και αυτή που κάνει τη μεγαλύτερη προσπάθεια για την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης σ’ αυτή την πλευρά του Ατλαντικού. Μου δείχνει φωτογραφίες του Κώστα από τη φυλακή, αλλά και προηγούμενες, από τις διακοπές του στην Ελλάδα και από τη ζωή του στις ΗΠΑ. «Μέχρι πρόσφατα, που τον έβαλαν στην απομόνωση, πήγαινα πολύ συχνά και τον έβλεπα», μου λέει. «Πήγαινα κάθε τρεις-τέσσερις μήνες. Έρχονταν και οι γονείς μου κάποιες φορές, παρά την άσχημη κατάσταση της υγείας τους. Γιατί είναι δύσκολο το ταξίδι μέχρι την Ντεϊτόνα. Τουλάχιστον είκοσι ώρες σε αεροπλάνα και αναμονή».

Με την πλευρά της γυναίκας του να καταθέτει εναντίον του, η οικογένεια του Κώστα Φωτόπουλου ήταν και το μόνο στήριγμά του τους πρώτους μήνες της περιπέτειάς του. Και από τότε, έχουν στρατολογήσει μια ομάδα συμμάχων που μάχεται για την σωτηρία του.

«Δυστυχώς ο Κώστας υπήρξε άτυχος στη νομική του εκπροσώπηση», μου είπε ο νομικός Μάνος Αθανασίου, που διατηρεί τακτική αλληλογραφία με τον Φωτόπουλο. «Δεδομένου ότι δεν είχε περιουσιακά στοιχεία, δεν μπόρεσε να έχει δικό του δικηγόρο σε όλα τα στάδια της υπόθεσης, και αρκέστηκε στους δικηγόρους της πολιτείας. Και από αυτούς που προσέλαβε, ένας έφυγε χωρίς να κάνει τίποτα, και ένας άλλος κατέληξε στη φυλακή για φοροδιαφυγή».

Στις ΗΠΑ, αυτός που συμπαραστέκεται περισσότερο στον Κώστα είναι ο Πάτερ Καλλίνικος Ζαχαρόπουλος, πρόεδρος της Ελληνιστικής οργάνωσης «Αργοναύτες», που εδρεύει στη Φλόριντα. Ο Πάτερ Καλλίνικος επισκέπτεται τακτικά τον Κώστα, μαζεύει χρήματα για τη νομική του εκπροσώπηση, και είναι από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές του. Μεταξύ άλλων, είχε κινητοποιήσει και τον πρώην πρόξενο της Ελλάδας στην Ατλάντα, Δημήτρη Μακρυνικόλα, που είχε κάνει τις δικές του κινήσεις για την υπόθεση.

Όλες αυτές οι προσπάθειες, είχαν κάποιο αποτέλεσμα. Τον Ιούλιο του 2003 ο Φίλιππος Πετσάλνικος, Υπουργός Δικαιοσύνης, ανακοίνωσε ότι είναι αισιόδοξος για την έκβαση της υπόθεσης. Αυτό που έγινε, ήταν το εξής: Το ελληνικό Υπουργείο Δικαιοσύνης έστειλε μια αίτηση έκδοσης στο αντίστοιχοαμερικανικό Υπουργείο. Οι αμερικανοί απάντησαν με ένα ερωτηματολόγιο, καθώς και με τον πλήρη φάκελο της υπόθεσης. Οι έλληνες μελέτησαν το φάκελο, συμπλήρωσαν το ερωτηματολόγιο (αφορούσε εγγυήσεις για τις συνθήκες κράτησης του Φωτόπουλου στην Ελλάδα, μεταξύ άλλων), και το έστειλαν πίσω.

«Η Ελληνική Πολιτεία έχει εφαρμόσει πλήρως τις υποχρεώσεις της», μου έγραψε ο Πάτερ Καλλίνικος. «Ενέκρινε τη μεταφορά του Κώστα Φωτόπουλου από τις φυλακές των ΗΠΑ στις φυλακές της Ελλάδας, σύμφωνα με τους όρους της διμερούς Σύμβασης του Στρασβούργου».

«Υπάρχουν όμως κάποια σημεία που περιπλέκουν την υπόθεση», λέει ο Μάνος Αθανασίου. «Πρώτα απ’ όλα, είναι η αμερικανική υπηκοότητα, την οποία έχει πάρει. Αν είχε μόνο την Ελληνική, θα ήταν πιο εύκολα τα πράγματα. Δεύτερον, είναι η ποινή του. Αν ήταν καταδικασμένος ισόβια και όχι σε θάνατο, η μεταφορά του θα ήταν πιο απλή υπόθεση. Η μετατροπή της ποινής είναι ένα σημαντικό σημείο».

Και εκεί βρίσκεται η υπόθεση σήμερα. «Από ότι μάθαμε», μου είπε ο Πάτερ Καλλίνικος, «η αίτηση έχει φύγει από το υπουργείο δικαιοσύνης. Τώρα βρίσκεται στο γραφείο του Κυβερνήτη της Φλόριντα». Η τύχη του Κωνσταντίνου Φωτόπουλου, δηλαδή, βρίσκεται στα χέρια του Τζεμπ Μπους.

«Δεν ξέρω ποιος μπορεί να μας βοηθήσει στη φάση αυτή», μου λέει η Μέρσα Φωτοπούλου.

Η Ζωή στην Death Row

Παρά τη γενική αντίληψη, η εκτεταμένη χρήση της θανατικής καταδίκης είναι καινούρια μόδα στην Αμερική. Μπορεί παλιά να είχαν το κρέμασμα στην κεντρική πλατεία της πόλης, αλλά η θανατική ποινή καταργήθηκε στις ΗΠΑ στα μέσα του προηγούμενου αιώνα. Επανήλθε μόλις το 1977, και μάλιστα στην αρχή χρησιμοποιούταν με φειδώ. Από το ’77 μέχρι το ’82, μόλις δύο κρατούμενοι εκτελέστηκαν στη χώρα. Από τότε, όμως, πολλά άλλαξαν. Σήμερα σε αρκετές πολιτείες υπάρχει προβληματισμός για την τρομερή αύξηση των εκτελέσεων. Το 2000, η πολιτεία του Ιλινόις πρωτοτύπησε, θέτοντας μορατόριουμ στις εκτελέσεις, όταν 11 θανατοποινίτες, ο ένας μετά τον άλλο, αποδείχτηκε ότι ήταν αθώοι και ελευθερώθηκαν. Ένας από τους τελευταίους ανθρώπους που εκτελέστηκαν στο Ιλινόις, μάλιστα, ήταν ένας Έλληνας, ο Αντρέας Κοκορέλης («ήταν αθώο αυτό το παλικάρι», μου είπε ο Πάτερ Καλλίνικος, που ήταν ο πνευματικός του).

Στην πολιτεία της Φλόριντα η θανατική καταδίκη επανήλθε το ’79. Από τότε, 58 κρατούμενοι έχουν εκτελεστεί εκεί. Ο μέσος όρος παραμονής ενός κατάδικου στην deathrowείναι 12 χρόνια. Ο Κώστας Φωτόπουλος κοντεύει τα 15.

«Παρ’ όλα αυτά, η ψυχολογική του κατάσταση βρίσκεται σε άριστη κατάσταση», μου έγραψε ο Πάτερ Καλλίνικος. «Το κουράγιο του είναι ακμαίο, και οι ελπίδες του σταθερές και καθαρές».

Την ίδια εικόνα μου περιγράφει και η αδερφή του, καθώς μου δείχνει φωτογραφίες του χαμογελαστού Κώστα από τη φυλακή Starke. Σε άλλες, παλιότερες φωτογραφίες, ο Κώστας ποζάρει με το ελληνοπρεπές του μουστάκι μέσα στο αγαπημένο του Piper. Το χαμόγελό του είναι το ίδιο.

«Έχουν περάσει τέσσερα χρόνια από τότε που πήγαμε να τον δούμε», μου είπε ο Γιώργος Κουρδής, δημοσιογράφος του Alpha, που τον επισκέφθηκε και του πήρε συνέντευξη το καλοκαίρι του 2000. «Είναι ένας άνθρωπος χαμογελαστός, φιλικός. Δεν έχει χάσει το κουράγιο του. Ξυπνά κάθε μέρα περιμένοντας ότι κάτι θα γίνει και θα σωθεί». Ο Κουρδής τον επισκέφθηκε ως δημοσιογράφος που έκανε τη δουλειά του –και έγινε ένθερμος υποστηρικτής της αθωότητάς του. Σήμερα εξακολουθεί να διατηρεί αλληλογραφία μαζί του.

Οι συνθήκες στη φυλακή, πάντως, είναι άθλιες. Οι θανατοποινίτες, που ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους κρατούμενους της φυλακής του Starkeαπό τις πορτοκαλιές μπλούζες που φορούν, ζουν σε ένα κελί 3 επί 2 μέτρα, και ύψους δυόμισι. Είναι διαρκώς μόνοι στο κελί τους, όπου και τρώνε. Κάθε δύο μέρες μπορούν κάνουν μπάνιο (ο καθένας μόνος του). Μία ή δύο φορές την εβδομάδα βγαίνουν στην αυλή για να περπατήσουν και να ασκηθούν. Το κελί τους, η αυλή και το μπάνιο είναι τα μόνα μέρη στα οποία δεν φορούν χειροπέδες. Μπορούννα έχουν ραδιόφωνο και ασπρόμαυρη τηλεόραση.

«Του λείπουν πράγματα που για εμάς είναι αυτονόητα», λέει η αδερφή του. «Έχει 15 χρόνια να δει αστέρια».

Κι όμως, με κάποιον μυστήριο για εμάς τους απ’ έξω τρόπο, αντέχει.

«Η ζωή στη φυλακή είναι μια μεγάλη μονοτονία», είχε πει στο Γιώργο Κουρδή. «Ο άνθρωπος όμως προσαρμόζεται παντού. Προσπαθώ να γράφω, να διαβάζω νομικά βιβλία, να μην κοιτώ έξω από το παράθυρο για να μην βλέπω τι δεν μπορώ να έχω».

Όταν δοθεί η εντολή για την εκτέλεση, και επιλεγεί η ημερομηνία, ο κρατούμενος αλλάζει κελί και οδηγείται από την DeathRowστην DeathWatch. Ο Κώστας Φωτόπουλος κάποια στιγμή έμενε στο κελί που βρισκόταν πάνω από την DeathWatch, και μιλούσε με αυτούς που περίμεναν να εκτελεστούν από το «τηλέφωνο», τον μικρό αγωγό εξαερισμού που χρησιμοποιούν οι κρατούμενοι για να μιλάνε μεταξύ τους. Κάποτε, ο Φωτόπουλος έκανε μαθήματα ελληνικών σε έναν συγκρατούμενό του από το «τηλέφωνο».

Και οι μέρες περνούν, και ο Κώστας και η οικογένειά του και οι άνθρωποι που τον υποστηρίζουν περιμένουν μια επίσημη απάντηση από τον Τζεμπ Μπους. Ο Κώστας έχει ακόμα τρεις εφέσεις στη διάθεσή του. Αν όλες αυτές απορριφθούν, και μέχρι τότε δεν έχει εκδοθεί στην Ελλάδα, θα πάρει τη θέση του στην άλλη άκρη του «τηλεφώνου», στην DeathWatch.

Είναι αθώος ή ένοχος; Αυτή είναι η λάθος ερώτηση. Γιατί δεν έχει καμία σημασία. Είναι ένας Έλληνας που πρόκειται να δολοφονηθεί σε μια μακρινή χώρα. Πρέπει να σωθεί. Αυτό είναι το μόνο που μετράει.

Στον τοίχο του θαλάμου της εκτέλεσης υπάρχει ένα τηλέφωνο. Ακόμα και την τελευταία στιγμή, όταν ο Κωνσταντίνος Φωτόπουλος θα βρίσκεται δεμένος στο φορείο και θα περιμένει να πεθάνει για εγκλήματα που μπορεί να έχει κάνει, αλλά μπορεί και όχι, το τηλέφωνο αυτό πρέπει να χτυπήσει.

UPDATE: Η υπόθεση είχε συνέχεια πρόσφατα: Ο Φωτόπουλος, μετά από μία ακόμα έφεση τον Ιανουάριο του 2007, κέρδισε το δικαίωμα επανεξέτασης της ποινής του από δικαστήριο, και μια ρεαλιστική ελπίδα να γλιτώσει την εκτέλεση. Διαβάστε περισσότερα εδώ.

ΠΑΝΩ
σχολίασε

το newsletter

Υποδεχτείτε γλυκόλογα, τρυφερότητες, λινξ και νέα
κάθε Παρασκευή στο inbox σας. Αν θέλετε.