Ολυμπιακοί Αγώνες 2004: Ένα Φωτορομάντζο

05 Αυγούστου 2012 | 12 σχόλια

Ένα πράγμα που πολύ συχνά ξεχνάμε, είναι ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες είναι σαν το Star Wars: Πριν απ' όλα, απευθύνονται σε παιδάκια.

Όσο μεγαλώνουμε και καταλαβαίνουμε πώς λειτουργεί ο κόσμος και αναπτύσσουμε έναν αναπόφευκτο κυνισμό, όλα αυτά τα περί συναδέλφωσης και άμιλλας και Ολυμπιακού πνεύματος δεν μας ακούγονται και πολύ σόι. Μετά το Μπεν Τζόνσον και τον Κεντέρη και τη Χαλκιά και τους χορηγούς και τις δωροδοκίες της ΔΟΕ και την πολιτική και όλα αυτά που είναι μέρος αυτού που έχουν γίνει οι Ολυμπιακοί Αγώνες σήμερα, ε, τι ενθουσιασμός να σου μείνει.

Μα τα παιδάκια δεν έχουν προλάβει να αναπτύξουν κυνισμό. Είναι πολύ πιο εύκολο γι' αυτά να μπουν στο "πνεύμα" των Ολυμπιακών Αγώνων. Εγώ μεγάλωσα περιμένoντας Ολυμπιακούς Αγώνες πώς και πώς - κάθε τέσσερα χρόνια στηνόμουν μπροστά στην τηλεόραση και έβλεπα όσο περισσότερα αθλήματα μπορούσα. Είχα πάρει τρανζιστοράκι μαζί μου στο σχολείο το Σεπτέμβρη του 1990, θυμάμαι, για να ακούσω το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας της ΔΟΕ που τελικά θα έδινε το χρίσμα στην Ατλάντα. Θυμάμαι και τα νεύρα.

Το καλοκαίρι του 2004 δεν ήμουν πια παιδάκι, ήμουν πια σχεδόν 28 χρονών μαντράχαλος, με κυνισμό και απ' όλα.

Μα το Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας βρίσκεται περίπου 20 λεπτά με τα πόδια από το σπίτι στο οποίο ζούσα τότε. Το έβλεπα να χτίζεται κάθε μέρα.

Να μια φωτογραφία από το Φεβρουάριο του 2004, όταν είχαν πέσει και κάτι χιόνια:

Και να μια από το Μάρτιο:

Και να μία από τον Απρίλιο:

Και να μια από τις 6 Αυγούστου, μια εβδομάδα πριν την επίσημη έναρξη των Αγώνων, την οποία τράβηξα από σημείο όπου δεν επιτρεπόταν να βρίσκομαι, μάλλον.

Το ότι μπορούσα να βγω από το σπίτι μου και να πάω στους Ολυμπιακούς Αγώνες με τα πόδια ήταν κάτι που μιλούσε στο παιδάκι μέσα μου απευθείας, το παιδάκι μια από τις πρώτες αναμνήσεις του οποίου ήταν ο Μίσα το αρκουδάκι από τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Μόσχας. Όσο κυνικός κι αν είναι κανείς, όταν εμφανίζεται μια ευκαιρία να κάνει κάτι που ένας πρότερος εαυτός του θα έβρισκε μοναδικό και σπουδαίο, πρέπει να το κάνει. Γι' αυτό πήρα συνέντευξη από την Πάμελα Άντερσον. Και γι' αυτό εκείνο τον Αύγουστο δεν έκανα διακοπές. Έγινα εθελοντής, και πήγα στους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Για να είμαι απολύτως ειλικρινής, υπήρχε κι άλλος, ταπεινότερος και ποταπότερος λόγος που έγινα εθελοντής: Ένας χρόνος επιπλέον αναβολή απ' το στρατό. Η αναβολή μου λόγω σπουδών είχε τελειώσει, και οι εθελοντές που επρόκειτο να πάνε φαντάροι εντός του 2004 δικαιούνταν άλλον ένα χρόνο αναβολή. Κι εγώ είχα δουλειές πια, εκκρεμότητες επείγουσες, υποχρεώσεις ασφυκτικές, σχέδια μεγαλεπίβολα που δε μπορούσαν να περιμένουν, κι έτσι ήθελα να αναβάλω την αγγαρεία του ΕΣ λίγο παραπάνω, όχι πολύ, ένα χρόνο μόνο. Αλλά τέλος πάντων, ήθελα και να δω τους Αγώνες από όσο πιο μέσα γίνεται, οπότε ο εθελοντισμός έμοιαζε μια καλή κίνηση. Δεν φανταζόμουν πόσο καλή θα αποδεικνυόταν στη συνέχεια, βέβαια.

Πώς θα μπορούσα;

Την εποχή εκείνη, δεν ξέρω αν θυμάσαι, δεν υπήρχαν smartphones. Τα κινητά τηλέφωνα δεν είχαν καν κάμερες. Είχα ένα Sony Ericsson τότε, θυμάμαι, η τρομερή τεχνολογική καινοτομία του οποίου ήταν πως δεν είχε ασπρόμαυρη οθόνη. Επίσης δεν υπήρχε Facebook και Twitter. Δεν ξέρω πώς επιβίωναν οι άνθρωποι στις ουρές. Δεν θυμάμαι πώς αντέχαμε.

Επειδή το κινητό τηλέφωνο δεν έβγαζε φωτογραφίες, κουβαλούσα πάντα μαζί μου μια μικροσκοπική φωτογραφική μηχανή Sony, η οποία ήταν μια σταλιά, σαν κατασκοπική, και έβγαζε φωτογραφίες 2 megapixel, άθλιες με τα σημερινά δεδομένα, αλλά αποδεκτές για την εποχή της. Οι φωτογραφίες που βλέπεις σ' αυτή τη σελίδα μ' αυτή την καμερούλα τραβήχτηκαν όλες.

Το πόστο μου ως εθελοντής ήταν εδώ:

Αυτό είναι ένα κτίριο διαμερισμάτων στο Μαρούσι, ανάμεσα στις γραμμές του τρένου και τα γήπεδα του τένις. Κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων φιλοξενούσε αλλοδαπούς δημοσιογράφους που είχαν έρθει για να καλύψουν τους Αγώνες -ήταν ένα από τα δημοσιογραφικά "χωριά". Ετούτη τη φωτογραφία την τράβηξα κάμποσους μήνες πριν από τους Αγώνες, όταν χτίζονταν ακόμα.

Το πρόβλημα είναι το εξής: Δεν έχω καμία φωτογραφία από το εθελοντιλίκι. Δεν έχω φωτογραφίες από αυτά τα διαμερίσματα, από τους χώρους όπου δούλευα (τρόπος του λέγειν), τους ξένους δημοσιογράφους, τους άλλους εθελοντές, από τους υπόλοιπους ανθρώπους που πηγαινοέρχονταν εκεί. Είναι ένα μυστήριο. Αποκλείεται να μην είχα τραβήξει. Δεν θυμάμαι αν μας το απαγόρευαν -αυτό οπωσδήποτε δεν ήταν κάτι που θα με απέτρεπε. Τι να απέγιναν αυτές οι φωτογραφίες;

Τέλος πάντων, αυτά που μπορώ να πω για τη "δουλειά" είναι τα εξής:

Η δουλειά που είχα να κάνω ως εθελοντής στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας ήταν να βοηθώ τους ξένους δημοσιογράφους στο μίνι "κέντρο τύπου" του "χωριού" στην περίπτωση που ήθελαν να χρησιμοποιήσουν τα τερματικά που υπήρχαν εκεί για να δουν τα αποτελέσματα των αθλημάτων, ή να τυπώσουν τίποτα χαρτιά, ή οτιδήποτε άλλο μπορεί να χρειάζονταν. Βεβαίως, επρόκειτο για ένα μικρό διαμέρισμα με λίγα τερματικά και έναν υπολογιστή συνδεδεμένο στο Ίντερνετ, και 500 μέτρα παραπέρα βρισκόταν το IBC και το MPC, τα επίσημα και κολοσσιαία κέντρα τύπου (στο εκτρωματικό κτίριο που σήμερα στεγάζεται το Golden Hall και στο διπλανό όπου γίνονται εκθέσεις ή στεγάζεται ένα υπουργείο, ή και τα δύο) τα οποία μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν οι δημοσιογράφοι για να κάνουν τη δουλειά τους καλύτερα, οπότε σχεδόν κανείς δεν χρειαζόταν ποτέ τη βοήθειά μας.

Οι εθελοντές γούσταραν να είναι εκεί, λέγαν καλαμπούρια μεταξύ τους και με τους φιλοξενούμενους, εξερευνούσαν τα μέρη, ρώταγαν, χώνονταν, ασχολούνταν. Οι υπάλληλοι βρίσκονταν στον ίδιο χώρο, φόραγαν τις ίδιες στολές, αλλά ήταν αλλιώς. Ήταν δημόσιοι υπάλληλοι.

Θυμάμαι δυο κυρίες, είτε από τον Καναδά είτε από την Αυστραλία, που έμεναν μαζί και είχε πρόβλημα η ISDN σύνδεση στο δωμάτιό τους (την οποία το Μέσο που τις είχε στείλει είχε χρυσοπληρώσει) και τις βοήθησα να στείλουν το κείμενό τους από τον (έναν) συνδεδεμένο στο ίντερνετ υπολογιστή που είχαμε στο μικρό κέντρο τύπου, παράτυπα, παρ' όλο που δεν προβλεπόταν, επειδή είμαι πολύ φιλόξενος, επειδή σ' αυτή την ξένη χώρα υπάρχει ένας άνθρωπος που τις καταλαβαίνει και μπορεί να τις βοηθήσει, εγώ.

Ένας άλλος τύπος είχε πρόβλημα με το μόντεμ και πήγα στο διαμέρισμά του για να τον βοηθήσω να το φτιάξει, χωρίς να έχω ιδέα από ISDN μόντεμ. Το διαμέρισμά του ήταν σαν δωμάτιο σε χόστελ, αλλά είχε τρομερή θέα στο ΟΑΚΑ, και ως εκ θαύματος έκανα ένα μαγικό και το ISDN του δούλεψε. Γνώρισα επίσης έναν δημοσιογράφο από περιοδικό ποδηλασίας, αυτή ήταν η δουλειά του, ταξίδευε τον κόσμο και έγραφε για ποδηλασία. Η μόνη υπηρεσία που χρειαζόταν απ' ό,τι φάνηκε ήταν να μιλήσει σε κάποιον. Τον ρώτησα πώς είναι να γράφει για ένα άθλημα στο οποίο όλοι οι αθλητές είναι ντοπαρισμένοι, ωστόσο, και ίσως να τον προσέβαλα.

Σε γενικές γραμμές στο χωριό μας ζούσαν μάλλον β' διαλογής ρεπόρτερ, ή τα δικά μου μυαλά είχαν φουσκώσει από τότε αρκετά και έβλεπα τους πάντες ως β'  διαλογής μέχρι αποδείξεος του εναντίου, δεν είμαι σίγουρος. Γνώρισα κάμποσους, αλλά θυμάμαι ελάχιστους πολύ αμυδρά.

Σε ολόκληρο το "χωριό" δούλευαν καμιά εικοσαριά εθελοντές, νομίζω, και μαζί περίπου διπλάσιοι κανονικοί υπάλληλοι. Τα νούμερα τα βγάζω εν πολλοίς απ' το μυαλό μου, βεβαίως. Τέλος πάντων, οι περισσότεροι υπάλληλοι ήταν συμβασιούχοι τετραμήνου ή εξαμήνου, οι οποίοι αμείβονταν πάρα πολύ καλά και σχεδόν όλοι τους ήταν βύσματα. Πολύ γρήγορα έγινε προφανές ότι οι εθελοντές και οι υπάλληλοι σ' αυτό το μέρος, και πιθανότατα σε ολόκληρους τους Ολυμπιακούς Αγώνες, έκαναν την ίδια δουλειά. Στο μικρό κέντρο τύπου δούλευαν μαζί μου κι άλλοι εθελοντές, αλλά δούλευαν και υπάλληλοι, και εναλασσόμασταν όλοι σε βάρδιες. Το ίδιο πράγμα κάναμε -αυτοί πληρώνονταν, εμείς όχι. Πολύ γρήγορα άρχισα να αναρωτιέμαι το εξής: Γιατί δεν με πειράζει, αυτό;

Εκείνες τις ημέρες, κι αφού η γκρίνια και η αγωνία χρόνων έφτανε στο τέλος της, μια περίεργη προσμονή και ένας υπόκωφος ενθουσιασμός είχαν απλωθεί στην πόλη

Η απάντηση ήταν εύκολη. Δεν ήταν μόνο το ότι εμείς, οι εθελοντές της υπόθεσης, είχαμε πολύ πιο χαλαρό πρόγραμμα, και διαλέγαμε τις βάρδιες που προτιμούσαμε, κι άμα θέλαμε βγαίναμε και για βόλτες. Πιο πολύ ήταν κάτι άλλο: Εμείς ήμασταν χαρούμενοι. Αυτή ήταν η διαφορά, και ήταν πασιφανής από την αρχή. Οι εθελοντές γούσταραν να είναι εκεί, λέγαν καλαμπούρια μεταξύ τους και με τους φιλοξενούμενους, εξερευνούσαν τα μέρη, ρώταγαν, χώνονταν, ασχολούνταν. Οι υπάλληλοι βρίσκονταν στον ίδιο χώρο, φόραγαν τις ίδιες στολές, αλλά ήταν αλλιώς. Μια χαρά άνθρωποι οι περισσότεροι που γνώρισα, όχι κακής πάστας, αλλά αλλιώς. Το έβλεπες στο βλέμμα τους. Το καταλάβαινες όταν τους άκουγες να τσακώνονται για τις βάρδιες. Δεν ήταν εθελοντές. Δεν ήταν χαρούμενοι. Ήταν δημόσιοι υπάλληλοι.

Εγώ ξεκίνησα να πηγαίνω στο "χωριό" από τα τέλη Ιουλίου, όταν άνοιξαν όλα τα Ολυμπιακά Χωριά, και ξεκίνησαν επισήμως οι Αγώνες, λίγες εβδομάδες πριν από την τελετή έναρξης. Πήγαινα πολύ νωρίς το πρωί, με τα πόδια, φορώντας την πολύχρωμη στολή Adidas, με το μπλουζάκι που οπωσδήποτε το θυμάσαι και τη φόρμα τη μπλε που τα μπατζάκια της έβγαιναν με φερμουράρ και γινόταν βερμούδα. Μας είχαν δώσει και ένα καπέλο και ένα τσαντάκι μέσης και διάφορα άλλα παραφερνάλια, και μας είχαν δώσει και οδηγίες για το πώς να τα φοράμε, οδηγίες που καταπατήθηκαν αμέσως από τις περισσότερες γυναίκες που κατόρθωσαν με κάποιον μαγικό τρόπο να μετατρέψουν τα μπλουζάκια σε τοπ και τις βερμούδες σε σορτσάκια. Ήταν καλοκαίρι, καταλαβαίνεις.

Τις πρώτες ημέρες, αμέσως μετά τη βάρδια πήγαινα στο γραφείο του περιοδικού όπου δούλευα, το οποίο επίσης βρισκόταν σε απόσταση περπατήματος, πράγμα που επίσης έβρισκα εξαιρετικό κι αδιανόητο. Μετά το περιοδικό έκλεισε για καλοκαίρι και, καθώς η έναρξη των Αγώνων πλησίαζε, άρχισα να βρίσκω άλλους τρόπους να γεμίζω το χρόνο μου κάνοντας βόλτες στην Ολυμπιακή Αθήνα.

Εκείνες τις ημέρες, κι αφού η γκρίνια και η αγωνία χρόνων έφταναν στο τέλος της, μια περίεργη προσμονή και ένας υπόκωφος ενθουσιασμός είχαν απλωθεί στην πόλη.

Σε μια από τις βόλτες μου στο εξωτικό Σύνταγμα, εντόπισα μιαν ενσάρκωση αυτής της προσμονής και αυτού του ενθουσιασμού:

Πολλούς μήνες πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες είχα δώσει ένα πολύ σεβαστό ποσό για τα τότε οικονομικά μου δεδομένα για να προαγοράσω online εισιτήρια για κάμποσα αθλήματα, οπότε όταν άρχισαν οι Αγώνες ήμουν αρκετά προετοιμασμένος. Ωστόσο δεν είχα βρει εισιτήριο για την τελετή έναρξης που, όσο πλησίαζε, μάθαινα από εδώ κι από εκεί ότι επρόκειτο να είναι συναρπαστική. Ευτυχώς, ως εθελοντής, μπόρεσα να δω την τελική πρόβα η οποία ήταν ολόιδια με την κανονική τελετή χωρίς τα πυροτεχνήματα και το άναμμα της φλόγας. Δυστυχώς φωτογραφίες δεν τράβηξα, γιατί δεν μας άφηναν ούτε κινητά να έχουμε μαζί μας, και εγώ σ' αυτά συνήθως συμμορφώνομαι, μην κοιτάς τι έγραφα πιο πάνω.

Η κανονική τελετή ήταν η εξής:

Στην πρόβα είδαμε και το κόλπο με το φόρεμα της Μπγιόρκ να λειτουργεί (στην κανονική τελετή δε δούλεψε όπως έπρεπε). Τα πυροτεχνήματα, δε, φαίνονταν πεντακάθαρα απ' το σπίτι μου.

Το ότι ήμουν εθελοντής δεν σήμαινε ότι μπορώ να πηγαίνω όπου γουστάρω και να κάνω ό,τι μου αρέσει, παρ' όλα αυτά στην ανάμνησή μου συνέβη ακριβώς αυτό. Θυμάμαι τον εαυτό μου κάθε μέρα σε κάποιο από τα στάδια να βλέπω αθλήματα ή στην πλατεία του ΟΑΚΑ να χαζεύω τον χαρούμενο κόσμο ο οποίος ήταν πολύς.

Τα πολύχρωμα στίφη των αλλοδαπών ήταν σαν να έχεις μαζέψει τους τουρίστες από τα δεκαπέντε μεγαλύτερα Ελληνικά νησιά, ροδοκόκκινους και γεμάτους χωριάτικη σαλάτα, και να τους έχεις αμολήσει στα καυτά, πρωτοφανώς πεντακάθαρα τσιμέντα της Αθήνας. Ήταν ένα θέαμα μεγαλειώδες.

Το ότι όλοι τους ήταν χαρούμενοι και φιλικοί και σου έπιαναν την κουβέντα στο δρόμο (ειδικά αν φορούσες τη στολή του εθελοντή) ήταν πολύ ωραίο και σου έδινε την εντύπωση ότι είσαι κάπου αλλού, όχι στην πόλη που έχεις συνηθίσει, αλλά αυτό δεν ήταν το καλύτερο. Το καλύτερο ήταν πως πολύ γρήγορα την ίδια συμπεριφορά την κόλλησαν και οι Έλληνες. Δεν ξέρω αν ήταν ένα φαινόμενο περιορισμένο στα στάδια και τους δημοφιλείς δημόσιους χώρους της Αθήνας, γιατί εκεί ζούσα εκείνο το μήνα, αλλά ήταν έντονο, ήταν οφθαλμοφανές: Οι Έλληνες είχαν ξαφνικά μεταμορφωθεί σε χαρούμενους, ανοιχτούς ανθρώπους που δεν σε προσέγγιζαν λες και θες να κλέψεις τα νεφρά των παιδιών τους. Περπατούσα στους δρόμους και τσιμπιόμουν, δεν το πίστευα.

Οι εθελοντές που θυμούνται οι περισσότεροι από τους Αγώνες, βεβαίως, ήταν αυτοί:

Τα πιτσιρίκια με τις ντουντούκες που καθοδηγούσαν τον κόσμο δεν ξέρω πώς εκπαιδεύτηκαν και από ποιον, δεν ξέρω αν τους δόθηκαν σχετικές οδηγίες και πότε, αλλά έκαναν όλα το ίδιο, και το ανέπτυξαν σταδιακά. Τις πρώτες ημέρες των Αγώνων ήταν τυπικοί, "προχωρήστε ευθεία" και "για τη γυμναστική στα δεξιά σας" αλλά όσο περνούσαν οι μέρες άρχισαν να εμπλουτίζουν το λεξιλόγιο με καλαμπούρια, με σχόλια για τα αθλήματα, με impromptu stand up comedy ("E, where are you from, JAMAICA YEAH ΗΕΥ MON BOB MARLEY", τέτοια) και πολύ σύντομα ήταν ένα πολυσυζητημένο happening, που έδινε τον τόνο της παλαβής χαράς ολούθε.

Εγώ δεν ήμουν τέτοιος εθελοντής.

Νομίζω ότι ένας από τους λόγους που δεν θυμάμαι και πολλά πράγματα από το εθελοντιλίκι ήταν το ότι ήμουν όλη την ώρα στα στάδια. Είδα στίβο, τέννις, βόλεϊ, μπιτς βόλει, ποδόσφαιρο, γυμναστική, πιθανότατα και άλλα που δεν θυμάμαι, γιατί δεν έχω σχετικές φωτογραφίες. Το μόνο που λυπάμαι που δεν είδα είναι η κολύμβηση -ήταν πολύ δύσκολο να βρω εισιτήριο, δυστυχώς.

Είδα, μεταξύ άλλων, τη Λένα Δανιηλίδου να χάνει στο τέννις, το Δημοσθένη Ταμπάκο να κερδίζει στη γυμναστική, τις χορεύτριες στους αγώνες του μπιτς βόλεϊ με τα πορτοκαλιά μαγιό να χορεύουν όπως μόνο αυτές ξέρουν και μπορούν, και διάφορα άλλα συναρπαστικά πράγματα -κυρίως στο τένις, όπου πήγα περισσότερες φορές. Ευτυχώς δεν ήμουν μέσα στο στάδιο όταν οι Ελληναράδες γιούχαραν τους δρομείς των 200 μέτρων, αλλά ήμουν όταν η Φανή Χαλκιά κέρδισε χρυσό μετάλλιο, ναι, εκείνο με το "ελληνικό DNA".

Ζούσα το παιδικό όνειρο μεν, αλλά είπαμε, ήμουν κοντά 28 χρονώ, τίγκα στον κυνισμό πια. Αντίθετα με τους γύρω μου δεν το πανηγύρισα το μετάλλιό της. Δεν είχε ξεγυμνωθεί τελείως ο ντοπαρισμένος/επιδοτούμενος ελληνικός αθλητισμός ακόμα, αλλά η αρχή είχε γίνει, το "ατύχημα" του Κεντέρη και τη Θάνου ήταν φρέσκο, και επίσης ήξερα και μερικά πράγματα για το πώς λειτουργούν όλα αυτά στην Ελλάδα, οπότε αυτό τον ενθουσιασμό δεν επρόκειτο να τον μοιραστώ ξανά με τους υπόλοιπους, πολύ περήφανους μα εντελώς ανυποψίαστους Έλληνες.

Για την τελετή λήξης είχα εισιτήρια κανονικά, οπότε την είδα μέσα από το στάδιο, και ήταν αυτή που σηματοδότησε την αρχή του τέλους, ενός τέλους που ακόμα συνεχίζεται, κι ας μην το καταλάβαινα τότε. Αυτό που θυμάμαι περισσότερο από την τελετή είναι φυσικά οι Έλληνες τραγουδιστές και το ντάτσουν με τα καρπούζια, που υποτίθεται πως λειτουργούσαν ως χαριτωμένες υπενθυμίσεις της πραγματικής κατάστασης του Ελληνικού πολιτισμού στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, και ως τέτοιες πέτυχαν απόλυτα το ρόλο τους, μόνο που δεν ήταν καθόλου χαριτωμένες.

Οι Έλληνες είχαν ξαφνικά μεταμορφωθεί σε χαρούμενους, ανοιχτούς ανθρώπους που δεν σε προσέγγιζαν λες και θες να κλέψεις τα νεφρά των παιδιών τους

Τις επόμενες ημέρες οι δημοσιογράφοι άδειασαν το χωριό και τα φώτα έσβησαν και όλα σιγά σιγά τελείωσαν μα το απόσταγμα της χαράς είχε μείνει, το χαμόγελο είχε παγώσει, καθώς προσπαθούσαμε να πείσουμε τους εαυτούς μας πως αυτό που έγινε θα λειτουργήσει ως καταλύτης για κάτι άλλο, κάτι καλύτερο, πως κάτι άλλαξε θεμελιώδες μα ακόμα αδιόρατο κι απροσδιόριστο, κι αυτό που δοκιμάσαμε για δεκαπέντε μέρες ή ένα μήνα μπορεί και να κρατήσει για περισσότερο, ίσως για παντοτινά.

Από μέσα μου κρυφά ο παιδικός εαυτός μου που είχε περάσει πάρα πολύ καλά εκείνες τις ημέρες το ευχόταν πολύ δυνατά, τόσο δυνατά που ακουγόταν μέσα σ όλο τον κυνισμό του ενήλικα αποπάνω.

Στο πάρτι αποχαιρετισμού που κάναμε στο άδειο πια "χωριό", παρκάροντας για πρώτη φορά αυτοκίνητα απ' έξω, φορώντας ρούχα κανονικά και πίνοντας όση δωρεάν μπίρα του χορηγού είχε απομείνει, άκουσα για πρώτη φορά ότι στο τάδε μέρος έγινε πλιάτσικο και υπάλληλοι έφευγαν κουβαλώντας τηλεοράσεις 42 ιντσών από τις Ολυμπιακές εγκαταστάσεις. Τις επόμενες ημέρες θα άκουγα και για πολλά άλλα τέτοια περιστατικά. Κάποιοι έκλεψαν κομπιούτερ από το Ολυμπιακό Χωριό, άλλοι πήραν έπιπλα, αναλώσιμα, οτιδήποτε. Από κάποιες Ολυμπιακές εγκαταστάσεις ό,τι δεν ήταν καρφωμένο κάτω εκλάπη από ανθρώπους που δούλευαν εκεί τις προηγούμενες φανταστικές ημέρες.

Τους επόμενους μήνες η συμπεριφορά των Ελλήνων θα επέστρεφε πολύ γρήγορα στα προ-ολυμπιακά της πρότυπα. Τα επόμενα χρόνια τα όμορφα και πανάκριβα στάδια θα έπεφταν σε αχρηστία, η Ελλάδα θα πτώχευε και οι Ολυμπιακοί Αγώνες θα έμεναν στην ιστορία της ως κάτι αρνητικό και επιζήμιο, πανάκριβο μα "ελληνικά" ανώφελο.

Μπορεί και να ήταν.

Μπορεί η Αττική Οδός και το αεροδρόμιο και η πισίνα όπου κολυμπούσε ο ήρωας του "Φεβρουαρίου" και μερικές ακόμα υποδομές να μην άξιζαν τόσα δισεκατομμύρια, ίσα με σχεδόν το 3% του δημόσιου χρέους. Το ότι η αλλαγή στη μενταλιτέ του μουρτζούφλη και γκρινιάρη λαού μας ήταν μόνο πρόσκαιρη, και κράτησε μόνο όσο κράτησαν οι αγώνες, είναι κι αυτό μια αποτυχία.

Μπορεί λοιπόν οι Ολυμπιακοί Αγώνες να ήταν πράγματι κάτι αχρείαστο, μάταιο και δαπανηρό.

Μα εγώ έκτοτε έχω γίνει ακόμα περισσότερο κυνικός. Το παιδάκι μέσα μου δεν ακούγεται πια καθόλου.

Κι ωστόσο,

δεν θα τους θυμάμαι καθόλου έτσι.

 

ΠΑΝΩ
κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
σχολίασε

το newsletter

Υποδεχτείτε γλυκόλογα, τρυφερότητες, λινξ και νέα
κάθε Παρασκευή στο inbox σας. Αν θέλετε.