Το Hunger Games Και Το Πρόβλημα Της Κοριτσίστικης Λογοτεχνίας Φαντασίας

04 Σεπτεμβρίου 2011 | 16 σχόλια

Το πολυσυζητημένο «Hunger Games» της Σουζάν Κόλινς είναι ένα βιβλίο φαντασίας που λέει την ιστορία της Κάτνις, μιας έφηβης που επιλέγεται να συμμετάσχει σε ένα βάρβαρο «παιχνίδι» επιβίωσης μαζί με άλλους 23 νεαρούς, το οποίο καλύπτεται τηλεοπτικά και προβάλλεται στις κατακερματισμένες φασιστικές ΗΠΑ του μέλλοντος. Φαντάσου το Running Man με τον Σβαρτσενέγκερ, αλλά στο δάσος, και με παιδάκια. Το βιβλίο είναι μέρος τριλογίας, και το Μάρτιο το πρώτο μέρος θα βγει και σε ταινία.

Το διάβασα.

Είναι χάλια.

Και είναι μια θαυμάσια αφορμή να μιλήσουμε λίγο για αυτό το καινούριο υπο-genre της λογοτεχνίας του φανταστικού, το οποίο εξαπλώνεται ολοένα κι για το γιατί αυτό με ανησυχεί: Την κοριτσίστικη λογοτεχνία φαντασίας.

Η κοριτσίστικη λογοτεχνία φαντασίας περιλαμβάνει διάφορες πολύ πετυχημένες σειρές βιβλίων με ήρωες νεαρά κορίτσια που αντιμετωπίζουν βαμπίρ, λυκάνθρωπους και άλλους φανταστικούς και παραφυσικούς κινδύνους που μέχρι τώρα ζούσαν και δρούσαν σε βιβλία άλλα, πιο αγορίστικα. Η σειρά «Twilight» της Στέφανι Μέγιερ είναι ένα παράδειγμα, η σειρά «The Southern Vampire Mysteries» της Σαρλέιν Χάρις (πιο γνωστή από το όνομα που πήρε στην τηλεοπτική της μεταφορά: «True Blood») είναι μια άλλη, η «The Vampire Diaries» της Λ.Τζ. Σμιθ είναι μια τρίτη. Τα βιβλία αυτά έχουν διάφορα κοινά σημεία: Οι ηρωίδες είναι κορίτσια, όπως είπαμε, οι συγγραφείς τους είναι γυναίκες, αργά ή γρήγορα μεταφέρονται στην τηλεόραση ή τον κινηματογράφο, και υπάρχουν κι άλλα, που θα τα δούμε παρακάτω, και τα οποία κατά τη γνώμη μου αποτελούν πρόβλημα σοβαρό, με ενδεχόμενες συνέπειες.

Το Hunger Games, που ανήκει στην ίδια κατηγορία, είναι ένα κακό βιβλίο. Ένας από τους λόγους είναι το ότι είναι πολύ κακογραμμένο. Επειδή αυτή η λέξη είναι λίγο βαριά και αμφιλεγόμενη (οτιδήποτε μπορεί να χαρακτηριστεί «κακογραμμένο» αν δεν υπακούει σε κάποιους ασαφείς και κατά κανόνα υποκειμενικούς κανόνες), και επειδή πιστεύω ότι πρέπει να χρησιμοποιείται με φειδώ, θα σου γράψω τώρα δύο απλά κόλπα για να καταλαβαίνεις αν κάτι που διαβάζεις είναι κακογραμμένο. Δεν είναι τα μόνα, αλλά είναι ενδεικτικά:

1) Όταν οι περιγραφές του κειμένου είναι ετεροβαρείς, δηλαδή όταν ο συγγραφέας περιγράφει εξαντλητικά πράγματα τετριμμένα, που δεν μοιάζουν και πολύ σημαντικά για την υπόθεση αλλά είναι εύκολο να τα περιγράψει κανείς, ενώ ταυτόχρονα αφήνει πολύ σημαντικές πτυχές της ιστορίας όπως το τοπίο, την εμφάνιση των πρωταγωνιστών ή πολύ σημαντικές σκηνές χωρίς λεπτομερή περιγραφή, κάτι δεν πάει καλά. Στο Hunger Games η Σουζάν Κόλινς επιστρατεύει το πιο χαρακτηριστικό κόλπο των συγγραφέων που θέλουν να γεμίσουν σελίδες και δεν ξέρουν πώς: Περιγράφει εξαντλητικά το φαγητό, τί τρώνε οι χαρακτήρες, πότε και πόσο. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι κάποια σχέση έχει με τον τίτλο του βιβλίου, αλλά αυτό δεν αρκεί ώς εξήγηση γιατί, κοίτα να δεις, το γιγάντιο δάσος όπου διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου και την εξωτερική εμφάνιση όλων των χαρακτήρων (εκτός από της πρωταγωνίστριας και ενός χοντρού και αποκρουστικού συμβούλου) τα αφήνει ασαφή και μυστηριώδη. Αυτά, βλέπεις, είναι δύσκολα.

2) Όταν ο συγγραφέας βάζει τον πρωταγωνιστή να κάνει διαρκώς ερωτήσεις στον εαυτό του, και μετά να τις απαντάει (συνήθως λανθασμένα, σε μια αδέξια απόπειρα τραγικής ειρωνείας), σημαίνει ότι δεν ξέρει άλλο τρόπο να μεταδώσει στον αναγνώστη τί σκέφτεται ο χαρακτήρας. Κι αυτό είναι ο κύριος αφηγηματικός μηχανισμός στο Hunger Games, καθώς σε μεγάλο μέρος του βιβλίου η πρωταγωνίστρια περιφέρεται μοναχή της με τις σκέψεις της.

Εδώ βέβαια να πούμε ότι το κακό γράψιμο είναι, δυστυχώς, ίδιον της λογοτεχνίας φαντασίας, και το συναντάμε ακόμα και σε συγγραφείς πολύ καλύτερους της Σουζάν Κόλινς. Υπάρχει λόγος που συμβαίνει αυτό: Τα βιβλία φαντασίας δεν πρέπει μόνο να σου πουν μια ιστορία: Καλούνται να σου περιγράψουν κι έναν κόσμο. Όταν διαβάζεις ένα «κανονικό» μυθιστόρημα, ας πούμε, δεν περιμένεις απ’ τον Ίαν ΜακΓιούαν να σου περιγράψει το χρώμα της ασφάλτου, να σου πει πόσες ρόδες έχει το αυτοκίνητο, ή τι σημαίνει «ορθοπεδικός». Μυθιστορήματα που τοποθετούνται στη σύγχρονη εποχή ή σε ιστορικούς χρόνους έχουν την πολυτέλεια να περιμένουν από τον αναγνώστη να καλύψει τα κενά, να ξέρει τον κόσμο στον οποίο διαδραματίζεται η υπόθεση, και έτσι μπορούν να αφοσιωθούν στην περιγραφή της πλοκής, χαρακτήρων, συναισθημάτων. Ο συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας ή fantasy, αντίθετα, πρέπει να σου περιγράψει τί χρώμα έχει ο δρόμος, πώς πετάει το ιπτάμενο αυτοκίνητο, πόσα αυτιά έχουν οι χαρακτήρες. Είναι πολλή δουλειά, και είναι εξ’ ορισμού τόσο μεγάλη η απόσταση ανάμεσα στον αναγνώστη και τον κόσμο του βιβλίου –όσο καλός κι αν είναι ο συγγραφέας- που τελικά δε χωράει και πολλή ποιοτική λογοτεχνία εκεί μέσα.

Αυτό είναι αναπόφευκτο, και παρατηρείται σε όλα τα έργα επιστημονικής φαντασίας, με στιγμιαίες και αποσπασματικές εξαιρέσεις σε έργα συγγραφέων σημαντικών όπως ο Φίλιπ Ντικ, ή μεγαλύτερες τιτανοτεράστιων, όπως ο Κερτ Βόνεγκατ ή (αν τραβήξουμε τον ορισμό «λογοτεχνία φαντασίας» από τα μαλλιά) ο Τόμας Πίντσον.

(θέε μου, έγραψα τις λέξεις «Τόμας Πίντσον» σε κείμενο για το «Hunger Games», ρίξε φωτιά να με κάψει τώρα, αν υπάρχεις, που δεν υπάρχεις)

Τέλος πάντων, έστω ότι καταφέρνεις να προσπεράσεις το κακό το γράψιμο, που στην περίπτωση του «Hunger Games» είναι πολύ κακό, είναι Νταν Μπράουν-κακό.

Το δεύτερο σημαντικό χαρακτηριστικό του βιβλίου, όπως και όλων των βιβλίων της κατηγορίας, είναι το «κοριτσίστικο» του θέματος. Πρόκειται για κοριτσίστικα βιβλία, πέρα ως πέρα. Δεν πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία περί τούτου: Είναι γραμμένα για μικρά κορίτσια, σ’ αυτά απευθύνονται (κι ας τα διαβάζουν και 30άρες γυναίκες και άντρες, φαινόμενο εκπληκτικό και ανεξήγητο) και ως εκ τούτου παρεκκλίνουν αρκετά από το στοιχείο το φανταστικό για να ασχοληθούν σε πολύ μεγάλη έκταση με θέματα που υποτίθεται ότι αφορούν τα κορίτσια του σήμερα, και κυρίως δύο: Τη μόδα και τον έρωτα.

Όλα τα βιβλία αυτής της κατηγορίας είναι στην ουσία τους μυθιστορήματα αγάπης για έφηβες, με όλες τις νόρμες που (υποθέτω ότι) προβλέπονται από τη ρομαντική αγάπη όπως την αντιλαμβάνονται τα κοριτσάκια (ο γοητευτικός μα μυστηριώδης άγνωστος, που είναι σκληρός και δυνατός μα έχει ευαίσθητη καρδιά και θα μ’ αγαπά για παντοτινά, ώ Έντουαρντ), και επίσης αφιερώνουν πολύ πολύ χώρο στο να περιγράφουν τα ρούχα. Στο «Hunger Games» η πρωταγωνίστρια (κρυφά ερωτευμένη μ’ έναν, μα την αγαπάει κι άλλος) μπορεί να είναι ένα αγρίμι αγοροκόριτσο που κυνηγάει λαγούς με τόξο στο δάσος, αλλά δεν παύει να είναι και μια νεαρή γυναίκα όλο πάθος, οπότε πάρε ατέλειωτες περιγραφές για τις τρομερές τουαλέτες που φοράει, όταν προκύπτει ανάγκη να τις φορέσει, που σαφώς και προκύπτει. Για να καταλάβεις, ο πιο συμπαθής δευτερεύων χαρακτήρας στο βιβλίο είναι ο στυλίστας. Αντίστοιχα, στο «Dead Until Dark» η Σαρλέν Χάρις δε χάνει ευκαιρία να περιγράψει εξαντλητικά πώς φτιάχνει τα μαλλιά της η Σούκι Στάκχαους, η οποία τα πιλατεύει και συνέχεια, ενώ δεν περνά σκηνή που να μην ξέρεις ακριβώς τί φοράει και πώς αυτό τονίζει τη γραμμή της.

Αλλά τέλος πάντων, το ότι είναι κοριτσίστικα αυτά τα βιβλία δεν είναι ψόγος per se, έστω κι αν ο κοριτσίστικος χαρακτήρας τους αφαιρεί πολλή από την (όποια) γοητεία του φανταστικού κόσμου που περιγράφουν, τη μπασταρδεύει, τη γειώνει.

Το ξεπερνάς κι αυτό.

Και φτάνεις στο σοβαρότερο πρόβλημα απ’ όλα, κι αυτό που μετατρέπει αυτά τα βιβλία από αφελή, κακογραμμένα κοριτσίστικα βίπερ με φαντασία σε απλά κακά βιβλία: Τα λάθη.

Στη λογοτεχνία του φανταστικού υπάρχει ένα πράγμα που λέγεται «suspension of disbelief», το ότι δηλαδή για να μπορέσεις να μπεις στον εντελώς ξένο κόσμο ενός βιβλίου πρέπει να κάνεις κάποιες παραχωρήσεις στα πράγματα που δέχεσαι και στα πράγματα που αμφισβητείς, αλλιώς δεν θα μπορέσεις να απολαύσεις τίποτα. Η Σουζάν Κόλινς και η Σαρλέν Χάρις και η άλλη με τα βιβλία για τα βαμπίρ που στραφταλίζουν και όλες οι υπόλοιπες, όμως, ζητάνε υπερβολικά πολύ suspension, το τραβάνε απ’ τα μαλλιά και ξεχειλώνει. Αναπόφευκτα ο αναγνώστης ο υποψιασμένος θα βρει μια μεγάλη χοντράδα, μια πολύ χοντρή, και πάει το suspension, καταστράφηκε, και ξαφνικά όλος ο κόσμος του βιβλίου μοιάζει κωμικά ψεύτικος. Δυο παραδείγματα όπως τα είδα εγώ:

Στο «Dead Until Dark», το πρώτο βιβλίο της σειράς που θα γινόταν αργότερα η (καθόλου κοριτσίστικη) τηλεοπτική σειρά True Blood, η πρωταγωνίστρια μπορεί να διαβάζει τις σκέψεις των ανθρώπων γύρω της.

Σκέψου το αυτό λίγο.

Μιλάμε για κανονική υπερδύναμη.

Αυτό που μπορεί να κάνει η Σούκι Στάκχαους δεν μπορεί να το κάνει ούτε ο Μπάτμαν, ούτε ο Σούπερμαν. Ούτε καλά-καλά οι Τζεντάι.

Και τί μονοπάτι παίρνει στη ζωή του ένας άνθρωπος που μπορεί να ξέρει τί σκέφτονται οι πάντες χωρίς να το παίρνει κανείς χαμπάρι; Με τί ασχολείται ένας άνθρωπος που μπορεί να σε διαβάσει σε δευτερόλεπτα και ως εκ τούτου να σε χειριστεί σα μαριονέτα; Πώς ζει; Σκέψου τις πιθανότητες: Θα μπορούσε να κάνει οτιδήποτε.

Στο «Dead Until Dark», λοιπόν, η σούπερ-ηρωίδα είναι φτωχιά σερβιτόρα σε μπαρ του Αμερικάνικου Νότου και μένει με τη γιαγιά της.

Πες μου εσύ τώρα, πώς μπορείς να πάρεις στα σοβαρά ένα βιβλίο που ξεκινά με αυτή τη λογική τρύπα. Πώς να ξεκινήσεις μια σειρά όταν από τη δεύτερη σελίδα του βιβλίου και μετά θες να πιάσεις την πρωταγωνίστρια, να την ταρακουνήσεις και να της ουρλιάξεις «ΣΗΚΩ ΚΑΙ ΦΥΓΕ ΡΕ ΒΟΥΡΛΟ ΚΑΙ ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΗ ΧΑΒΑΗ ΝΑ ΖΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΠΛΟΥΤΗ, ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΑΚΟΥΣ ΤΙΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ, ΖΩΟΝ, ΞΥΠΝΑ».

Στο «Hunger Games» η υπόθεση θέλει τη μοχθηρή χούντα της χώρας να παίρνει κάθε χρόνο δύο παιδάκια από κάθε επαρχία και να τα βάζει σε μια αρένα όπου πρέπει να αλληλοσκοτωθούν μπροστά στις κάμερες, καθώς όλη η χώρα βλέπει. Τα παιδιά επιλέγονται από κλήρωση σε κάθε επαρχία, αλλά αν υπάρχουν εθελοντές μπορούν να πάνε αυτοί και έτσι, γράφει η Κόλινς, σε κάποιες από τις επαρχίες υπάρχουν παιδιά που εκπαιδεύονται από μικρά για να πάνε στους αγώνες, με στόχο να κερδίσουν, πράγμα που έχει οφέλη για ολόκληρη την επαρχία τους.

Και το εύλογο ερώτημα, αν έστω δεχτείς τις απιθανότητες αυτής της ιδέας, είναι: ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΤΟ ΚΑΝΟΥΝ ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΠΑΡΧΙΕΣ ΑΥΤΟ;

Όπως καταλαβαίνεις, από τη στιγμή που ο αναγνώστης αρχίζει να σκέφτεται πράγματα του τύπου «μα τυφλός ήταν ο επιμελητής;», η απόλαυση του υπόλοιπου βιβλίου γίνεται κάπως δύσκολη. Το να διαβάζεις ένα τέτοιο ελαφρύ ανάγνωσμα υποτίθεται ότι πρέπει να είναι διασκεδαστικό και ευχάριστο, να αφήνεσαι στη φαντασία του συγγραφέα και να γυρνάς τις σελίδες με όρεξη. Δεν του ζητάς πολλά, δεν απαιτείς μαεστρική γλώσσα ή διαολεμένο ταλέντο, μόνο φαντασία, μια στρωτή πλοκή με ανατροπές, και να μη σου σπάει τα νεύρα.

Έχω την εντύπωση ότι αυτή η κατηγορία βιβλίων αποτυγχάνει σε όλα αυτά. Και είναι κρίμα, γιατί η ύπαρξή της και η δημοφιλία της δείχνει ότι υπάρχουν εκεί έξω ένα σωρό κορίτσια που διψάνε για φαντασία, και δεν έχουν πρόβλημα να διαβάσουν για το μέλλον ή για βρικόλακες. Εκεί έξω είναι γεμάτος ο τόπος με ωραία λογοτεχνία του φανταστικού που θα μπορούσε να τα εξυπηρετήσει καλύτερα, να τα εκπαιδεύσει περισσότερο, και τελικά να φτιάξει fans της επιστημονικής φαντασίας και του fantasy από εκεί που δεν το περίμενε κανείς.

Βέβαια, δεν είμαι και απόλυτα σίγουρος ότι αυτό δεν συμβαίνει τώρα. Δηλαδή, μπορεί το κοριτσάκι που διαβάζει το Twilight και το Hunger Games να προχωρήσει μετά στον Τόλκιν ή την Αν Ράις. Αλλά αμφιβάλλω. Φοβάμαι ότι αυτά τα μυθιστορήματα είναι υπερβολικά μπασταρδεμένα με πράγματα "κοριτσίστικα" σα να φοβούνται οι συγγραφείς πως αν δεν ήταν πασπαλισμένα με έρωτα, ρούχα και βαμπιροχρυσόσκονη, πολλά από τα κοριτσάκια δεν θα τα απολάμβαναν το ίδιο, και δε θα τα διάβαζαν.

Αυτό με θλίβει.

Για να βγάλουμε, τώρα, ένα συμπέρασμα και ίσως για να βγει και κάτι καλό από όλα αυτά, αν είσαι κοριτσάκι ή νιώθεις ως τέτοιο, κάνε το εξής: Αν σου δημιουργηθεί η περιέργεια για το «Hunger Games», μη. Δίστασε. Περίμενε. Άκουσέ με λίγο. Υπάρχει ένα άλλο βιβλίο με παιδιά που παίζουν παιχνίδια πολέμου με συνέπειες τρομερές και τεράστιες. Δεν έχει μόδα, δεν έχει αγάπες, αλλά είναι σχετικά καλογραμμένο και πολύ συναρπαστικό. Διαδραματίζεται στο διάστημα, στο μακρινό μέλλον και, κοίτα σύμπτωση, έχει και τίτλο παρόμοιο. Το ‘χει γράψει ο Όρσον Σκοτ Καρντ, και λέγεται “Ender’s Game”.

Κι αν οι φιλενάδες σου σε ρωτάνε αν έχεις διαβάσει το «Hunger Games», θα μπορείς να τους πεις όχι, αλλά ότι έχεις διαβάσει ένα καλύτερο.

Κι άλλωστε, μη νομίζεις ότι κάτι χάνεις: Σύντομα θα μπορέσεις να δεις και την ταινία.

 

ΠΑΝΩ
κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
σχολίασε

το newsletter

Υποδεχτείτε γλυκόλογα, τρυφερότητες, λινξ και νέα
κάθε Παρασκευή στο inbox σας. Αν θέλετε.