Η Σημασία Του Να Είσαι Ο Στιβ Τζομπς

The Books Journal, Νοέμβριος 2011

Η μέρα του είχε 24 ώρες, και κάποιες από αυτές τις περνούσε στο κρεβάτι, κάποιες στην τουαλέτα. Βούρτσιζε τα δόντια του, έκανε ντους (παραδόξως, όχι πολύ συχνά), έτρωγε (όχι κρέας), οδηγούσε το αυτοκίνητό του, μιλούσε με τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Περιποιούταν το μούσι του. Καθάριζε τους φακούς απ’ τα γυαλιά του. Έστριβε μια μπατονέτα στα αυτιά του. Έκανε πιστολάκι.

Ο Στίβεν Πολ Τζομπς πέθανε στις 5 του περασμένου Οκτώβρη στην ηλικία των 56 ετών, και η ζωή του στα πολύ βασικά πράγματα δεν διέφερε από τις ζωές εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων στη Γη. Τα ίδια πράγματα έκανε, σαν Homo sapiens τυπικός, όπως όλοι. Αλλά σε όλα τα υπόλοιπα, στις ώρες της δραστηριότητας και της δημιουργίας, η ζωή του ήταν πολύ πολύ διαφορετική.

Πόσο διαφορετική; Αυτό ήταν το τελευταίο ερώτημα που μου είχε μείνει μετά την αναγνωστική καταιγίδα που ακολούθησε τον θάνατό του.

(Ας το σκεφτούμε αυτό λίγο: Πόσα πράγματα είχαν γραφτεί μετά το θάνατο του Τόμας Έντισον; Πόσες λέξεις ήταν οι επικήδειοι του Χένρι Φορντ; Αριθμοί πεπερασμένοι, σίγουρα –όσα γράφτηκαν σε πέντε λεπτά στο Twitter, μετά το θάνατο του Στιβ Τζομπς, ας πούμε. Χάρη στην τεχνολογία –και, εν μέρει, τον Στιβ Τζομπς- ζούμε στην άνοιξη του γραπτού λόγου και έτσι στην εποχή ετούτη μόλις συμβαίνει κάτι άξιο λόγου, μπορούμε και απολαμβάνουμε άφθονο, πλήρη, πολύπλοκο λόγο, σχεδόν δωρεάν).

Τις μέρες που μεσολάβησαν έχουμε διαβάσει ιστορίες από τη ζωή του, πώς τον θυμούνταν φίλοι, συνεργάτες και αντίπαλοι, αναλύσεις για το έργο του και ποια, τελικά, ήταν η σημασία του στην ιστορία της τεχνολογίας και της ανθρωπότητας.

Τα ‘χουμε λύσει αυτά, όσο μπορούν θέματα τέτοια να λυθούν.

Μα το ερώτημα που περισσεύει δεν απαντάται με tweets και μαρτυρίες που χωράν σε blog posts: Τί ήταν αυτό που έκανε τον Στιβ Τζομπς να είναι ο Στιβ Τζομπς κι όχι ένας blue collar εργαζόμενος στο Πάλο Άλτο;

Ο μόνος τρόπος να βρεις απάντηση σε ερωτήματα τέτοια είναι να ζήσεις τη ζωή του άλλου μέσα απ’ το πετσί του, βλέποντας μέσα από τα μάτια του και ακούγοντας όσα ακούν τ’ αυτιά του. Αυτό δεν το έχει καταφέρει ακόμα η τεχνολογία. Η επόμενη καλύτερη λύση, υποθέτω, είναι μια εξαντλητική βιογραφία 520 πυκνογραμμένων σελίδων μεγάλου μεγέθους, που προέκυψε από σαράντα συνεντεύξεις με τον ίδιο και άλλες εκατόν-πενήντα με φίλους και συνεργάτες του. Το «Steve Jobs» του Γουόλτερ Άιζακσον, που κυκλοφόρησε στις 24 Οκτωβρίου και στα Ελληνικά από τον Ψυχογιό, δε σου δίνει ξεκάθαρη απάντηση, αλλά βοηθάει να την υποπτευθείς.

Αλλά πρώτα, μια σύντομη ανακεφαλαίωση.

Στο πρόσφατο μακροσκελές βιογραφικό άρθρο του Στίβεν Λίβαϊ στο Wired, ο συγγραφέας συνοψίζει τα επιτεύγματα του Στιβ Τζομπς ως εξής: «Οι άνθρωποι που μπορούν να διεκδικήσουν την πατρότητα προϊόντων που αλλάζουν τα πάντα σε μια αγορά, που ταυτίζονται με την κουλτούρα της εποχής και γίνονται απαντήσεις σε τηλεπαιχνίδια δεκαετίες αργότερα, είναι ελάχιστοι. Ο Στιβ Τζομπς έφτιαξε έξι τέτοια προϊόντα, κάθε ένα από τα οποία θα ήταν αρκετό για να δικαιολογήσει μια μεγάλη καριέρα».

Τα προϊόντα αυτά κατά σειρά ήταν:

Ο Apple II, ο πρώτος μαζικά επιτυχημένος «προσωπικός» υπολογιστής

Ο Macintosh, ο πρώτος μαζικά επιτυχημένος υπολογιστής με περιβάλλον γραφικών σαν αυτό που χρησιμοποιούμε σήμερα.

Το κινηματογραφικό στούντιο Pixar, που άλλαξε για πάντα τον τρόπο που κατασκευάζονται οι ταινίες κινουμένων σχεδίων.

Το iPod, το πρώτο μαζικά επιτυχημένο mp3 player, που σε συνδυασμό με το iTunes άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο αγοράζουμε και ακούμε μουσική.

Το iPhone, το πιο εμβληματικό smartphone.

Το iPad, την πρώτη μαζικά επιτυχημένη φορητή συσκευή αφής, και το πρώτο βήμα για τον μετα-PC κόσμο.

Ο Στιβ Τζομπς πρόλαβε και τα έκανε όλα αυτά σε 56 χρόνια ζωής.

Καταλαβαίνω ότι δεν είμαστε όλοι ίδιοι, και ότι υπάρχουν άνθρωποι ταλαντούχοι και ικανοί, και άλλοι άνθρωποι όχι και τόσο έξυπνοι ή αποτελεσματικοί. Αλλά τι είναι αυτό που μας κάνει τόσο διαφορετικούς από τον Στιβ Τζομπς; Ποια είναι τα χαρακτηριστικά που κάνουν έναν άνθρωπο να εκμεταλλεύεται το χρόνο του έτσι ώστε να αλλάζει τον κόσμο (έξι φορές!), την ώρα που οι υπόλοιποι εκμεταλλευόμαστε τον ίδιο χρόνο σε μια προσπάθεια που μοιάζει να μην εξυπηρετεί τίποτα περισσότερο από τη διατήρηση της αδιάκοπης αλληλουχίας εισπνοή-εκπνοή;

Σύμφωνα με τη βιογραφία του Στιβ Τζομπς, τα μυστικά είναι τέσσερα:

1. Είσαι ιδιοφυία.

2. Περιστοιχίζεσαι από πολύ πολύ ικανούς ανθρώπους.

3. Θυσιάζεις άλλα (ακόμα και πολύ σημαντικά) στοιχεία της ανθρώπινης φύσης σου.

4. Έχεις πάντα δίκιο.

Ας τα πάρουμε ένα ένα:

1.

Ο Στιβ Τζομπς γεννήθηκε το 1955 στην Καλιφόρνια και, αμέσως μετά τη γέννησή του, υιοθετήθηκε από ένα ζευγάρι σκληρά εργαζόμενων και όχι πολύ μορφωμένων Αμερικανών. Τη μαμά του τη λέγαν Κλάρα, το μπαμπά του τον λέγαν Πολ. Ήταν στοργικοί γονείς, του προσέφεραν αγάπη και στήριξη και σπουδές. Ο μπαμπάς του έδειξε για πρώτη φορά τις μηχανές, και τον έκανε να εκτιμάει την αξία της λεπτομέρειας (η ιστορία με την πλάτη του ντουλαπιού που, κι ας μη την βλέπει κανείς, πρέπει να είναι από καλό ξύλο επαναλαμβάνεται τρεις φορές στο βιβλίο). Η γνώση ότι οι βιολογικοί του γονείς τον είχαν εγκαταλείψει και η ταυτόχρονη γνώση ότι είναι ξεχωριστός και σπουδαίος (και κακομαθημένος) διαμόρφωσαν το χαρακτήρα του με τρόπους ίσως υπερβολικά προφανείς. Πήδηξε τάξεις στο σχολείο. Μια φορά, μαζί με το φίλο του τον Στιβ Γουόζνιακ και την κοπέλα του την Κρίσαν Μπρέναν δούλεψαν σε ένα εμπορικό κέντρο φορώντας στολές κλόουν.

(Το βιβλίο, όπως αντιλαμβάνεσαι, είναι γεμάτο με ανέκδοτες ή ελάχιστα γνωστές μικρές ιστορίες. Να μια, που δείχνει πόσο μικρός είναι ο κόσμος και πόσο ασήμαντοι οι άνθρωποι:

Η συγγραφέας Μόνα Σίμπσον, αδερφή του Τζομπς από τη μάνα που τον έδωσε για υιοθεσία, προσπάθησε σε μεγάλη ηλικία να εντοπίσει τον πατέρα τους. Τον βρήκε σε ένα εστιατόριο στο Σακραμέντο. Τον έλεγαν Αμπντουλφατάχ Τζαντάλι και, στη συνάντησή του μαζί της, της διηγήθηκε ιστορίες από τα προηγούμενα εστιατόρια που είχε δουλέψει. Σε ένα από αυτά, το αγαπημένο του, ένα εστιατόριο στο Σαν Χοσέ με μεσογειακή κουζίνα, «έρχονταν όλοι οι επιτυχημένοι από το χώρο της τεχνολογίας», της είπε. «Ακόμα και ο Στιβ Τζομπς!»

Δεν είχε ιδέα ότι ο Στιβ Τζομπς ήταν γιος του.)

Ο Στιβ Τζομπς ήταν ένας απίστευτα δύσκολος και περίεργος άνθρωπος, μα ήταν χωρίς καμία αμφιβολία έξυπνος και ικανός. Το πώς οι εμπειρίες του σφυρηλάτησαν το μετέπειτα χαρακτήρα του μπορεί να ερμηνευτεί (πιθανότατα λανθασμένα) από την ποπ-ψυχολογία της στιγμής. Ο ίδιος ήταν σίγουρος ότι αν δεν άρχιζε να πουλάει κομπιούτερ θα κατέληγε στη φυλακή. Μα θα μπορούσε να κάνει οτιδήποτε χάρη στην επιλεκτική εξωστρέφεια της διάνοιάς του. Όπως είπε η νέμεσή του, ο Μπιλ Γκέιτς, «Ο Στιβ ποτέ δεν ήξερε πολλά πράγματα για την τεχνολογία, αλλά είχε ένα απίστευτο ένστικτο που του έλεγε τι λειτουργεί και τί όχι».

Κι αυτό, παραδόξως, ήταν το λιγότερο σημαντικό απ’ όλα.

 

2.

Ο Στιβ Τζομπς δεν ήταν προγραμματιστής. Ήξερε κάποια πράγματα από ηλεκτρονικά, αλλά όχι τίποτα σπουδαίο. Δεν ήταν designer, δεν έφτιαχνε προϊόντα, δεν έγραφε κώδικα. Από ολόκληρη τη διαδικασία κατασκευής ενός ηλεκτρονικού μηχανήματος, δεν ήξερε να κάνει σχεδόν τίποτα.

Δεν χρειάστηκε ποτέ.

Είχε άλλους να του τα φτιάχνουν –αυτός μόνο επέβλεπε κι επέβαλλε.

«Για τα περισσότερα πράγματα στη ζωή», είπε στο συγγραφέα, «η διαφορά ανάμεσα στο καλύτερο και στον μέσο όρο είναι 30% περίπου. Η καλύτερη αεροπορική πτήση, το καλύτερο γεύμα, μπορεί να είναι 30% καλύτερο από τον μέσο όρο. Εκείνο που είδα στον Woz (σ.σ. Στιβ Γουόζνιακ, ο μηχανικός που έφτιαξε τον Apple I στο γκαράζ του Τζομπς) ήταν έναν άνθρωπο που ήταν πενήντα φορές καλύτερος από το μέσο μηχανικό. (...) Η ομάδα του Mac ήταν μια προσπάθεια να δημιουργηθεί μια ολόκληρη ομάδα αυτού του επιπέδου, με πρώτους παίχτες. Πολλοί είπαν ότι δεν θα τα πήγαιναν καλά, ότι δεν τους άρεσε να συνεργάζονται μεταξύ τους. Όμως εγώ κατάλαβα ότι οι πρώτοι παίχτες προτιμούν να δουλεύουν με πρώτους παίχτες, και δεν τους αρέσει να δουλεύουν με τρίτους παίχτες. Στην Pixar είχαμε μια ολόκληρη εταιρία με πρώτους παίχτες. (...) Πρέπει να υπάρχει μια διαδικασία συνεργασίας στις προσλήψεις. Όταν προσλαμβάνουμε κάποιον, ακόμη κι αν πρόκειται να είναι στο μάρκετινγκ, τον βάζω να μιλήσει με τους ανθρώπους του σχεδιαστικού και με τους μηχανικούς. Το υπόδειγμά μου ήταν ο J. Robert Oppenheimer. Διάβασα τί είδους ανθρώπους αναζητούσε για τη δημιουργία της ατομικής βόμβας. Δεν ήμουν τόσο καλός όσο αυτός, αλλά αυτό φιλοδοξούσα να κάνω».

«Ο Στιβ ποτέ δεν ήξερε πολλά πράγματα για την τεχνολογία, αλλά είχε ένα απίστευτο ένστικτο που του έλεγε τι λειτουργεί και τί όχι» -Μπιλ Γκέιτς

Αν μελετήσει κάποιος πώς κατασκευάστηκε κάθε ένα από τα προϊόντα των εταιριών του, θα βρει ανθρώπους οι οποίοι είναι στην κορυφή του κλάδου τους, μοναδικά ταλαντούχους επαγγελματίες όπως ο designer Τζόναθαν Άιβι ή ο παραγωγός και σκηνοθέτης Τζον Λάσιτερ, οι οποίοι όπου αλλού κι αν βρίσκονταν κι ό,τι κι αν έκαναν θα γίνονταν διάσημοι και επιτυχημένοι. Ο Τζομπς ήταν ο συνδετικός κρίκος ανάμεσά τους και η κινητήρια δύναμη των κοινών τους προσπαθειών, αλλά χωρίς πάρα πολλούς πάρα πολύ καλούς ανθρώπους στο πλάι του –κι από κάτω του- δεν θα είχε φτιάξει ποτέ τίποτα.

Ίσα ίσα- μερικά από τα πρώτα επιτεύγματα της Apple και η αρχική της επιτυχία έγιναν τόσο εξαιτίας του όσο και παρά τα προβλήματα που δημιουργούσε. Γιατί κάτι που δεν είναι πολύ γνωστό, αλλά που περιγράφεται γλαφυρά στο βιβλίο, είναι πως ο Στιβ Τζομπς τα πρώτα χρόνια της δόξας του, όταν ακόμα ήταν ένας πιτσιρικάς λίγο μετά τα 20, δεν ήταν καθόλου ικανός επιχειρηματίας. Αν και είχε τις εμμονές που θα καθοδηγούσαν ό,τι καλό έφτιαξε ποτέ, είχε ταυτόχρονα και πολύ σοβαρά προβλήματα συμπεριφοράς και αντίληψης. Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της Apple τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της, ήταν το τί θα κάνουν τον Τζομπς, σε ποιο κομμάτι της εταιρίας θα τον χώσουνε για να μην επηρεάζει πάρα πολύ αρνητικά τη λειτουργία της και να μην προσβάλλει υπερβολικά πολλούς ανθρώπους.

Κι αυτό μπορεί να οδήγησε μεν στη δημιουργία του Macintosh, αλλά τη μέρα που έφυγε ο Στιβ Τζομπς από την Apple, το 1985, η μετοχή της ανέβηκε 7%.

Δεν είχε φορέσει ακόμα το μανδύα του αλάθητου σούπερμαν –και δεν θα μπορούσε ποτέ να τον φορέσει μόνος του.

 

3.

Να πως περιγράφει τον Στιβ Τζομπς ο συγγραφέας της επίσημης βιογραφίας του:

«Ήταν ένας αντι-υλιστής χίπης που εκμεταλλεύτηκε τις εφευρέσεις ενός φίλου του που ήθελε να τις μοιράζει δωρεάν, καθώς και ένας οπαδός του Ζεν που πήγε για προσκύνημα στην Ινδία και μετά αποφάσισε ότι η αποστολή του στη ζωή ήταν να ιδρύσει μιαν επιχείρηση».

Επίσης:

«Είχε την αίσθηση ότι ήταν διαφορετικός, ξεχωριστός, ένας φωτισμένος εκλεκτός. Αν η πραγματικότητα δεν συμφωνούσε με τη θέλησή του, την αγνοούσε, όπως έκανε με τη γέννηση της κόρης του, και όπως θα έκανε έπειτα από χρόνια, όταν έγινε η διάγνωση του καρκίνου. Ακόμη και σε μικρές καθημερινές επαναστάσεις του, όπως το να μη βάζει πινακίδες στο αυτοκίνητό του και να το παρκάρει σε ειδικούς χώρους για ΑΜΕΑ, ενεργούσε σαν να μην υπόκειται στους κανόνες και τις πραγματικότητες γύρω του».

Ανοίγοντας μια «επίσημη βιογραφία» περιμένει κανείς να διαβάσει μια αγιογραφία, ή έστω ένα κείμενο εστιασμένο στα θετικά του ανθρώπου, κάτι κάπως υποκειμενικό, διαστρεβλωμένο. Ετούτο το βιβλίο, ωστόσο, μοιάζει με την περιγραφή ενός ανθρώπου βαθιά προβληματικού, χαρισματικού μεν (αν και με έναν τρόπο που δεν περιγράφεται εύκολα με λέξεις στο χαρτί) αλλά δυσλειτουργικού σε βαθμό αδιανόητο (και με τρόπους που περιγράφονται μια χαρά στο χαρτί).

«Ήταν αλλόκοτα ελλατωματικός ως άνθρωπος», είπε ο Μπιλ Γκέιτς. «Είχε την τάση είτε να σου λέει ότι είσαι σκατά, είτε να προσπαθεί να σε αποπλανήσει».

Πότε πότε οι περιγραφές της συμπεριφοράς του Τζομπς διαβάζονται σαν λίστα με συμπτώματα της Ναρκισσιστικής Διαταραχής Προσωπικότητας.

Άκουγε ιδέες συνεργατών του, τις απέρριπτε ως «σκατά», και μετά από δυο εβδομάδες τις επαναλάμβανε ως δικές του, αδιαφορώντας εντελώς για το αν και ποιος το θυμόταν

Έβριζε και μείωνε οποιονδήποτε πίστευε ότι δεν έκανε καλή δουλειά. Έκρινε τα πάντα είτε ως «υπέροχα» είτε ως «σκατά». Στα ταξίδια του ήταν αγενής και άξεστος, κάνοντας τους συνεργάτες του να ντρέπονται μπροστά στους ξένους. Έστελνε υπαλλήλους να του βρουν το σωστό είδος κρίνων για το δωμάτιο του ξενοδοχείου του μέσα στη νύχτα. Του πήρε ένα χρόνο να διακοσμήσει το ιδιωτικό του αεροπλάνο. Επειδή δεν μπορούσε να αποφασίσει τί έπιπλα πρέπει να πάρει, το σπίτι του έμεινε για πάρα πολλά χρόνια (μέχρι που απέκτησε παιδιά) σχεδόν άδειο.

Ήταν χορτοφάγος στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν πεπεισμένος πως η δίαιτά του σήμαινε πως δεν χρειάζεται να κάνει μπάνιο. Έτσι, ένα από τα σημαντικότερα θέματα συζήτησης στην Apple και μια έντονη και κοινή ανάμνηση γνωστών και συνεργατών, ήταν το ότι βρώμαγε.

Προσέλαβε τον Πολ Ραντ, το θρυλικό γραφίστα που είχε σχεδιάσει τα λογότυπα του Esquire, της IBM και του ABC για να σχεδιάσει το λογότυπο της νέας του εταιρίας, της NeXT, και τον πλήρωσε 100.000 δολάρια γι’ αυτό. Όταν, ως δώρο, εκείνος του σχεδίασε και την επαγγελματική του κάρτα, τσακώθηκαν για την ακριβή θέση της τελείας μετά το «P» στο «Steve P. Jobs».

Πριν από το γάμο του, όταν ήρθε η κυρία που είχε σχεδιάσει τα προσκλητήρια για να τους δείξει μερικά δείγματα, τους έριξε μια ματιά, και είπε στη μέλλουσα γυναίκα του: «Διώχ’την. Δε μπορώ να κοιτάζω τη δουλειά της. Είναι σκατά».

Άκουγε ιδέες συνεργατών του, τις απέρριπτε ως «σκατά», και μετά από δυο εβδομάδες τις επαναλάμβανε ως δικές του, αδιαφορώντας εντελώς για το αν και ποιος το θυμόταν.

Στο νοσοκομείο του Τενεσί όπου έκανε εγχείρηση μεταμόσχευσης ήπατος το 2010 (μετά από την οποία, εξαιτίας επιπλοκών, παραλίγο να πεθάνει), πνευμονολόγοι προσπάθησαν να του φορέσουν μάσκα, αλλά αυτός την έσκισε και μουρμούρισε ότι σιχαινόταν το σχέδιο. Τους διέταξε να του φέρουν πέντε διαφορετικά μοντέλα μάσκας για να διαλέξει. Ακόμα, δεν του άρεσε η μηχανή μέτρησης οξυγόνου που του φορούσαν στο δάχτυλο. Τους έλεγε ότι ήταν πολύ άσχημη και περίπλοκη, και τους πρότεινε τρόπους για απλούστερο σχεδιασμό. Μπορούσε να τρώει μόνο φρουτόκρεμες, και έτσι ζητούσε να του ετοιμάζουν επτά-οκτώ για να διαλέγει αυτή που του αρέσει.

Και, κάτι αναπάντεχο: Όλο έκλαιγε. Τα περισσότερα από τα επεισοδιακά meetings της Apple που περιγράφονται στο βιβλίο κατέληγαν με τον Στιβ Τζομπς να κλαίει. Κλάματα κανονικά, με δάκρυα. Πολλά. Έκλαιγε συνέχεια αυτός ο τύπος στα meetings, και όχι μόνο στα δραματικά, όπως αυτά που οδήγησαν στην απομάκρυνσή του από την εταιρία, έκλαιγε σε όλα, ακόμα κι από νεύρα, επειδή δεν του κάναν τα χατήρια. Στις πρώτες διακόσες σελίδες του βιβλίου είχε βάλει τα κλάματα τουλάχιστον δέκα φορές.

Ήταν ανυπόφορος με τόσους αναπάντεχους κι αδιανόητους τρόπους που παραμένει απορίας άξιον πώς δεν τον πλάκωσε κανένας στις φάπες τόσα χρόνια –ή κάτι χειρότερο.

Aυτά που κατόρθωσε τα τελευταία 14 χρόνια είναι ένα επίτευγμα ανεπανάληπτο στην ιστορία του καπιταλισμού

Ο κεντρικός πυρήνας αυτής της αλλόκοτης και οπωσδήποτε επώδυνης ύπαρξης ήταν αυτό το θρυλικό «πεδίο διαστρέβλωσης της πραγματικότητας» που τον ακολουθούσε (και το οποίο επέβαλε) παντού. Είναι ένας όρος βγαλμένος από ένα επεισόδιο του Star Trek (στο οποίο κάποιοι εξωγήινοι έφτιαξαν ένα δικό τους κόσμο χρησιμοποιώντας μόνο το μυαλό τους) και του αποδόθηκε από το 1982 κιόλας, από εργαζομένους της Apple, όταν άρχισε να ζητάει παλαβά, ανέφικτα πράγματα μέσα σε εξαντλητικά deadlines, πράγματα που εκ πρώτης όψεος έμοιαζαν εκτός πραγματικότητας αλλά, με ένα μαγικό τρόπο, τελικά υλοποιούνταν. Το πώς υλοποιούνταν είναι ένα μυστήριο. Δεν ήταν ο χαρισματικός λαοπλάνος που έβγαζε από τους γύρω του τον καλύτερο εαυτό και τους ενέπνεε να ξεπεράσουν τις δυνάμεις τους με το φωτεινό παράδειγμα και την προσωπική ακτινοβολία. Ή, όπως λέει η γυναίκα του Λόρεν Πάουελ «Όπως πολλοί εξαιρετικά χαρισματικοί άνθρωποι, έτσι κι αυτός δεν είναι εξαιρετικά χαρισματικός σε όλες τις πτυχές της ζωής του. Δεν έχει κοινωνικές ευαισθησίες, όπως το να μπαίνει στη θέση των άλλων». Απ’ ό,τι επιβεβαιώνεται και από αυτό το βιβλίο, ο Στιβ Τζομπς ήταν ένας εγωπαθής και ελαφρώς ασταθής τύρανος που επέβαλε την πραγματικότητα που προτιμούσε μόνο και μόνο με τη θέληση του εγώ του, καθώς οι γύρω του ξεπερνούσαν τους εαυτούς τους όχι από έμπνευση, αλλά από φόβο μην τους βάλει τις φωνές –ή τα κλάματα. Και μ’ αυτό τον τρόπο το «πεδίο διαστρέβλωσης της πραγματικότητας» έμεινε ζωντανό για 30 χρόνια, με μόνο παροδικές δυσλειτουργίες, όπως όταν προσπάθησε να το εφαρμόσει ακόμα και για τον καρκίνο του, αρνούμενος να χειρουργηθεί για εννέα μήνες μετά τη διάγνωση, επιλέγοντας αντίθετα να τον αντιμετωπίσει με χορτοφαγία και ματζούνια.

Στο βιβλίο του «The Psychopath Test» ο βρετανός δημοσιογράφος Τζον Ρόνσον γράφει πως στο γενικό πληθυσμό η συχνότητα εμφάνισης της ψυχοπάθειας είναι 1%, αλλά ανάμεσα στους CEOs εταιριών εκτοξεύεται στο 4%. Κανείς δεν ξέρει αν ο Τζομπς έπασχε από κάποιας μορφή διαταραχή, αλλά τα περιστατικά του βιβλίου σκιαγραφούν ένα βαθιά προβληματικό άτομο που ζούσε μια ζωή που, πίσω από τους θριάμβους και την καταξίωση, μέσα στις κραυγαλέες αντιφάσεις της, τα νεύρα, τα ψέματα, τα κλάματα και τα δράματα, μοιάζει αλλόκοτη κι ανολοκλήρωτη. Σχεδόν τραγική.

4.

Η επίσημη βιογραφία του Στιβ Τζομπς είναι ένα βιβλίο λίγο ετεροβαρές. Αντιμετωπίζει το πρώτο μέρος της ζωής και της καριέρας του πολύ πιο ουσιαστικά, κυρίως επειδή γι’ αυτά τα θέματα ο συγγραφέας μίλησε με ανθρώπους που έχουν αποστασιοποιηθεί από εταιρίες, ανθρώπους και καταστάσεις που συνέβησαν τριάντα χρόνια πριν, και μιλούν για αυτά με ειλικρίνεια. Αντίθετα, για όσα έγιναν τα τελευταία 14 χρόνια που, κατά τη δικιά μου γνώμη είναι πολύ πιο ενδιαφέροντα επειδή αφορούν σε θέματα που τα πολύς κόσμος παρακολούθησε πολύ στενά, κι εξίσου πολύς κόσμος τα κουβαλάει στην τσέπη του αυτή τη στιγμή, οι αναφορές είναι πιο αποσπασματικές και λιγότερο αποκαλυπτικές. Είναι, από μια άποψη, αναμενόμενο: Για αυτό, το τελευταίο κομμάτι της ζωής και της δουλειάς του Στιβ Τζομπς μιλούν άνθρωποι που δουλεύουν ακόμα στην Apple για προϊόντα που πωλούνται ακόμα στα καταστήματα. Και είναι σαν να απαγγέλλουν δελτία τύπου.

Ωστόσο, παρ’ όλο που η απαρχή της επανάστασης των υπολογιστών τότε, στα τέλη των ‘70s έχει μια μαγεία και μια ιστορική βαρύτητα καλά τεκμηριωμένη, η δουλειά του Τζομπς τα τελευταία χρόνια μοιάζει να είναι η αληθινά σημαντική κι εντυπωσιακή. Γιατί παλιά δεν ήταν ούτε καλός επιχειρηματίας ούτε πάρα πολύ σπουδαίος δημιουργός (τα περισσότερα προϊόντα του μετά τον Apple II και μέχρι να επιστρέψει στην Apple το ’97 απέτυχαν), αλλά μετά έγινε κάτι άλλο. Μπορεί να φταίει το ότι ωρίμασε (αν και οι διηγήσεις παράλογης συμπεριφοράς δεν σταμάτησαν), πιθανότατα φταίει το ότι είχε πια μια κανονική και σταθερή οικογενειακή ζωή (αν και η σχέση του με την οικογένειά του δεν περιγράφεται με μεγάλη λεπτομέρεια), μπορεί και η έλευση του καρκίνου το 2003 να τον έκανε να επιταχύνει, αλλά αυτά που κατόρθωσε τα τελευταία 14 χρόνια είναι ένα επίτευγμα ανεπανάληπτο στην ιστορία του καπιταλισμού. Μπορεί να θεωρήθηκε παιδί-θαύμα επειδή έφτιαχνε κομπιούτερ στο γκαράζ με τους φίλους του, αλλά ο Στιβ Τζομπς μετά τα 45 έγινε το αλάνθαστο αφεντικό που πήρε μιαν εταιρία από το χείλος της χρεοκοπίας και την έκανε μια από τις μεγαλύτερες στη Γη, αλλάζοντας τον τρόπο που ζούμε στην πορεία. Δυστυχώς, ετούτη η βιογραφία του, που κυκλοφόρησε μόλις είκοσι μέρες μετά το θάνατό του, δεν μπορεί να μας δώσει μια αποστασιοποιημένη και αντικειμενική εικόνα όσων συνέβησαν στη ζωή του και στην εταιρία του αυτή την περίοδο. Βλέπουμε αποσπάσματα (μερικά από τα οποία είναι απολαυστικά, όπως το παρασκήνιο του απύθμενου μίσος του για το Android και το Flash και οι συναντήσεις του με τον Ομπάμα, τον Κλίντον και τον Μπιλ Γκέιτς τους μήνες πριν πεθάνει), αλλά τα συμβάντα ήταν πολύ πρόσφατα και ο συγγραφέας ήταν πολύ κοντά στον άνθρωπο (σε αμέτρητες συνεντεύξεις ο Τζομπς έκλαιγε μπροστά του) για να είναι το αποτέλεσμα ψυχρό, πλήρες, ιστορικό. Θα πρέπει να περάσουν πολλά χρόνια για να γραφτεί η αληθινή ιστορία ετούτης της συναρπαστικής εποχής που ζούμε, και στην οποία ο Στιβ Τζομπς πρωταγωνίστησε.

Οπότε, ως αποτέλεσμα το βιβλίο είναι ταυτόχρονα άνισο και αποτελεσματικό: Άνισο γιατί στο πρώτο του μισό περιγράφει αναλυτικά μιαν ιστορία σχετικά γνωστή, που έχει ξαναγραφτεί πολλές φορές, αλλά διανθισμένη με λίγο απαραίτητο πρώτο πρόσωπο, και στο δεύτερο μια ιστορία πολύ λιγότερο πλήρη, πιο άγνωστη, αν και πιο πρόσφατη, με κενά που αφήνουν απορίες. Αλλά αποτελεσματικό γιατί, τελικά, δίνει μια εικόνα του ανθρώπου που μοιάζει αντικειμενική, γιατί διαβάζεται πολύ ευχάριστα από ανθρώπους που ενδιαφέρονται για την τεχνολογία και τις εφαρμογές της και, κυρίως, γιατί απαντά στο ερώτημά μου:

Αυτός ο αλλόκοτος, ιδιοφυής μα βαθιά προβληματικός άνθρωπος ήταν πραγματικά αλλιώτικος από οποιονδήποτε έχω γνωρίσει –και οποιονδήποτε θα μπορούσα να υποφέρω ποτέ, ενδεχομένως. Κλεισμένος στη δικιά του πραγματικότητα η οποία μόνο περιστασιακά επικοινωνούσε με τη δικιά μας, κατόρθωσε να φτιάξει πολύ περισσότερα πράγματα από οτιδήποτε μπορούμε να φανταστούμε εμείς, όχι μονο επειδή ήταν έξυπνος και ικανός (πολλοί ειναι έξυπνοι και ικανοί), ούτε επειδή είχε καταπληκτικούς συνεργάτες (πολλοί έχουν καταπληκτικούς συνεργάτες), αλλά επειδή ακριβώς δεν είχε τα δικά μας τα βαρίδια (τις αναστολές, τους φόβους, τις αμφιβολίες), τα εμπόδια που η ηθική και η αυτογνωσία και η πραγματικότητα βάζουν ακόμα και στους πιο ταλαντούχους ανθρώπους, και τους συγκρατεί.

Διάβασε ακόμα: Πόσο σημαντικός ήταν ο Στιβ Τζομπς;

 

ΠΑΝΩ
κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
σχολίασε

το newsletter

Υποδεχτείτε γλυκόλογα, τρυφερότητες, λινξ και νέα
κάθε Παρασκευή στο inbox σας. Αν θέλετε.