Γιατί Δεν Χρησιμοποιώ Πια Το iPad

25 Μαρτίου 2012 | 8 σχόλια

Λοιπόν, ο τίτλος ετούτος είναι ελαφρώς προβοκατόρικος, λέει ψέματα. Το χρησιμοποιώ το iPad. Απλά εδώ και μερικούς μήνες το χρησιμοποιώ πολύ λιγότερο από παλιά, κι αυτό με βοήθησε λίγο να καταλάβω ποια είναι τα όρια που έχουν οι συσκευές αυτές, και ποιες είναι οι ανάγκες που στ’ αλήθεια εξυπηρετούν.

Συγκεκριμένα:

Από τότε που αγόρασα ένα Macbook Air κι ένα Amazon Kindle (σχεδόν ταυτόχρονα), χρησιμοποιώ το iPad (το πρώτης γενιάς, που το ‘χω πια κοντά δυο χρόνια), όλο και λιγότερο. Διαπίστωσα ότι στις ανάγκες της καθημερινότητας αυτά τα δύο μαραφέτια αντικαθιστούν συγκεκριμένες λειτουργίες του iPad πολύ καλύτερα, περιορίζοντας τη χρησιμότητά του σε λίγα, μεμονωμένα σενάρια.

Στο iPad έχω πολλές δεκάδες applications (έχω δοκιμάσει εκατοντάδες κατά καιρούς), αλλά στην πραγματικότητα χρησιμοποιώ ελάχιστα από αυτά: Το Gmail, το Zite, το Instapaper, το Kindle, το Twitter και σε ειδικές περιπτώσεις το Evernote και το Dropbox. Πολύ σπάνια πια προλαβαίνω να διαβάζω το New Yorker ή να παίζω παιχνίδια.

Κατά συνέπεια χρησιμοποιώ το iPad κυρίως για διάβασμα βιβλίων και κειμένων από το web.

Πρακτικά, οι λόγοι για τους οποίους χρησιμοποιούσα το iPad περισσότερο από το λάπτοπ (ένα Sony Vaio τριετίας) μέσα και έξω από το σπίτι είναι οι εξής:

Το iPad είναι πάντα ανοιχτό
Το iPad δεν έχει ανεμιστήρα να κάνει βββββββββββββββ
Το iPad δεν ζεσταίνεται και είναι πολύ πιο ελαφρύ

Το πιο εύληπτο σενάριο που σου δείχνει αυτή τη διαφορά είναι το εξής: Είσαι στον καναπέ και βλέπεις μια ταινία και ξαφνικά θυμάσαι ότι αυτό τον ηθοποιό κάπου τον έχεις ξαναδεί, αλλά δεν ξέρεις πού. Δίπλα σου έχεις το λάπτοπ και το iPad. Τί διαλέγεις για να ψάξεις γρήγορα πού έπαιζε;

Φυσικά το iPad.

Παράλληλα, τα περισσότερα μοντέρνα λάπτοπ ζυγίζουν περί τα δυόμισι κιλά, με αποτέλεσμα να μην είναι και πολύ φορητά, ενώ οι μπαταρίες τους ζορίζονται μετά τις δύο ώρες μακριά από το ρεύμα. Οπότε το iPad ήταν μια καλή λύση για να το παίρνεις μαζί όταν πηγαίνεις κάπου και δεν χρειάζεται να κάνεις σοβαρές δουλειές.

Αλλά μετά ήρθε το Macbook Air.

(via)

Το οποίο στην τελευταία μορφή του (το μοντέλο που κυκλοφόρησε το περασμένο καλοκαίρι) γέννησε μια ολόκληρη νέα κατηγορία υπολογιστών, τα ultrabooks. Πρόκειται για λεπτά, ελαφριά και αξιοπρεπέστατα λάπτοπ, που δεν κάνουν κανένα συμβιβασμό σε ισχύ και δεν είναι και πάρα πολύ ακριβά. Το Macbook Air είναι το καλύτερο από αυτά και -παραδόξως- ένα από τα φτηνότερα της κατηγορίας. Είναι ένα μηχάνημα εκπληκτικό, και κοίτα να δεις πράματα:

- Έχει σκληρό δίσκο SSD που δεν κάνει φασαρία και του επιτρέπει να είναι διαρκώς ανοιχτό -πατάς ένα κουμπί κι ανοίγει, χωρίς να περιμένεις περισσότερα από δύο δευτερόλεπτα.
- Δεν ζεσταίνεται σχεδόν καθόλου, και το ανεμιστηράκι του δεν θα το ακούσεις σχεδόν ποτέ.
- Ζυγίζει ενάμισι κιλό, όσο ζυγίζουν δύο iPad κι ένα iPhone, αλλά είναι πολύ λιγότερο από ένα παραδοσιακό λάπτοπ, και έτσι μεταφέρεται σε μια τσάντα οπουδήποτε πολύ άνετα.

Έτσι ισοφαρίζει όλα τα πλεονεκτήματα ενός iPad και επιπλέον έχει το εξής χαρακτηριστικό: Είναι κανονικός υπολογιστής, και πολύ καλός και γρήγορος υπολογιστής, με το πληκτρολόγιό του και το Mac OSX του και τις USB θύρες του και το software του. Δεν είναι shortcut, όπως είναι το iPad. Είναι κομπιούτερ.

Πλέον ποτέ δεν παίρνω το iPad μαζί μου. Δεν υπάρχει λόγος. Παίρνω το κομπιούτερ μου μαζί. Και στο σπίτι, όπως δεν σκεφτόμουν να ανοίξω το iPad για να ψάξω κάτι, δεν σκέφτομαι να ανοίξω το Air για να ψάξω κάτι ευκολότερα.

Τέλος πρώτου μέρους.

Ο άλλος ρόλος που είχε το iPad στη ζωή μου μέχρι τώρα ήταν ως κύρια πηγή διαβάσματος. Ήταν το eBook μου και το Instapaper μου, εκεί διάβαζα όποτε δεν ήμουν μπροστά σε υπολογιστή, σε καναπέδες και τουαλέτες και κρεβάτια.

Μετά πήρα ένα κανονικό eBook και τα πράγματα άλλαξαν άρδην.

Τα χαρίσματα του Amazon Kindle τα περιγράφω αναλυτικότερα εδώ, αλλά συνοπτικά να πω πως πρόκειται για ένα μηχανάκι μικροσκοπικό, πάρα πολύ ελαφρύ, που χωράει σε οποιαδήποτε τσέπη και το κουβαλάς οπουδήποτε χωρίς να το σκέφτεσαι, που η μπαταρία του κρατάει για εβδομάδες και που η e-ink οθόνη του μπορεί να μη δείχνει φωτογραφίες και χρώματα, αλλά δείχνει τα γράμματα με την ευκρίνεια που βρίσκεις μόνο στα παραδοσιακά χάρτινα βιβλία.

Το διάβασμα στο Kindle, το οποίο στις ΗΠΑ κάνει 79 δολάρια -μπορείς να το παραγγείλεις κι από εδώ με 109-, είναι μια απόλαυση. Διαπίστωσα ότι στην οθόνη του διαβάζω περισσότερο από όσο διάβαζα στο iPad, πιο γρήγορα και πιο εύκολα. Μπορώ να το βγάλω έξω στα ΜΜΜ και να διαβάσω, κάτι που ποτέ δεν θα έκανα με ένα iPad. Έτσι, αντικατέστησε το iPad σε πολλές από τις περιπτώσεις που διάβαζα.

Αυτά όλα είχαν σαν αποτέλεσμα να κοιτάζω την οθόνη του Macbook Air και του Kindle στις περισσότερες από τις περιπτώσεις που μέχρι τώρα κοιτούσα το iPad. Βεβαίως, υπάρχουν εξαιρέσεις. Τις νύχτες στο κρεβάτι το iPad μου επιτρέπει να διαβάζω με σβηστό το πορτατίφ. Και εξακολουθεί να είναι ο μόνος καλύτερος τρόπος για το διάβασμα με το Instapaper. Αλλά πλέον στην ιεραρχία των οθονών μου έχει πέσει αρκετά, και πλέον νομίζω ότι ξεπερνά μόνον αυτή της τηλεόρασης. Κι αυτό δε λέει και πολλά.

Από την άλλη, αυτό δεν είναι ένα πρόβλημα που αφορά τους περισσότερους υποψήφιους αγοραστές ενός iPad. Το iPad 3 με 32GB κοστίζει 619 ευρώ, αλλά ένα Macbook Air 13 ιντσών μαζί με ένα Kindle κοστίζουν περίπου τα διπλάσια χρήματα. Η αναζήτηση του καλύτερου μείγματος οθονών για να κάνεις τη δουλειά σου εύκολα και ευχάριστα και για να καταναλώνεις λέξεις ξεκούραστα και γρήγορα είναι πράγμα περίπλοκο και εξαρτάται από παράγοντες υποκειμενικούς. Γι' αυτό τα γράφω εδώ όλα αυτά. Για να βοηθήσω.

Διάβασε:

Το review του iPad 3
Το review των Kindle

 

ΠΑΝΩ
κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
σχολίασε

το newsletter

Υποδεχτείτε γλυκόλογα, τρυφερότητες, λινξ και νέα
κάθε Παρασκευή στο inbox σας. Αν θέλετε.