Instapaper This

Η Ανισοκατανομή Του Πλούτου Και Η Νέα Υόρκη

03 October 2011 | 2 σχόλια

Να ένα φανταστικό άρθρο-καταπέλτης για τους ντούσμπαγκζ της Γουόλ Στριτ και για την παρασιτική και τερατώδη οικονομία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που δεν παράγουν τίποτα και εντείνουν τη βάναυση ανισοκατανομή του πλούτου.

“Here,” I tell her, standing in the canyons of world finance, “is what New York is about. Sociopaths getting really rich while everyone else just sits on their asses and lets it happen.”

Το άρθρο εξετάζει τις συνέπειες αυτής της στρεβλής ανισοκατανομής στην πόλη της Νέας Υόρκης χρησιμοποιώντας και ιστορικά δεδομένα και αρκετά στέρεα επιχειρήματα. Ο συντάκτης υπογραμμίζει πως η πόλη έχασε το χαρακτήρα της όταν έγινε υπερβολικά ακριβή για τους καλλιτέχνες και τους δημιουργούς.

“If you want to know what’s really going on in a society or ideology, follow the money,” writes author Jaron Lanier. “If money is flowing to advertising instead of musicians, journalists, and artists, then a society is more concerned with manipulation than truth or beauty. If content is worthless, then people will start to become empty-headed and contentless… Culture is to become precisely nothing but advertising.”

Αλλά ίσως να με ενθουσίασε τόσο πολύ αυτό το άρθρο γι' αυτή την απολαυστική περιγραφή μιας κοινωνικής ομάδας που περιφρονώ κι εγώ με πάθος:

The neohipster is a grotesque perversion of the original. If he fetishizes and hybridizes the cultural costumes of old hip—borrowing from the Beat poet, the jazzman, the rapper, the skater, the punk—it is only as a mockery of authentic anti-authoritarian countercultures. The neohipster is a creature of the advertisers: affluent and status-anxious, which means that he is consumerist and, in the manner of all conspicuous consumers, conforming to the demands of narcissistic chic. The “hipster zombies,” writes journalist Christian Lorentzen, are “more likely to be brokers or lawyers than art-school dropouts.” They are “the idols of the style pages, the darlings of viral marketers and the marks of predatory real estate agents.” They are fauxhemians. And not much in the way of creative product has issued from their midst. The “hipster moment,” per New York Magazine, did not “produce artists.” It produced tattoo artists. “It did not produce photographers, but snapshot and party photographers… It did not produce painters, but graphic designers. It did not yield a great literature, but it made good use of fonts.”

Διάβασέ το όλο εδώ.

Επίσης σχετικό και συγκλονιστικό (στο είχα ξαναδείξει εδώ): Το άρθρο του Τζόζεφ Στίγκλιτς για τις ολέθριες συνέπειες της ανισοκατανομής του πλούτη στην οικονομία και τη δημοκρατία την ίδια.

Ποιό Είναι Το Μεγαλύτερο Πρόβλημα Της Ανθρωπότητας

03 October 2011 | Κανένα σχόλιο

Πρίν από λίγους μήνες πήγα ένα ταξίδι στο Λονδίνο, προσκεκλημένος της P&G, για να μου δείξουνε το Innovation Center της Gillette στο Ρέντινγκ, εκεί που σχεδιάζουνε τα ξυραφάκια. Αυτή η επίσκεψη, μαζί με τον τρόπο που τα GPS υπολογίζουν την καμπυλότητα του χωροχρόνου και το περυσινό "Κραχ της 2:45" στη Γουόλ Στριτ  με έκαναν να σκεφτώ σοβαρά και πολύ για την ανθρωπότητα, τα προβλήματά της, και το πού βρισκόμαστε σήμερα. Τα συμπεράσματά μου, πολύπλοκα κι απαισιόδοξα, τα μάζεψα σε ένα μακρουλό κείμενο το οποίο μπορείς να διαβάσεις εδώ.

Θυμίζω: Ο καλύτερος τρόπος να διαβάσεις το κείμενο είναι να πατήσεις το "read: now" πάνω δεξιά. Readability FTW.

Instapaper These: Η Μικροσκοπική, Ο Φαρμακοποιός Κι Ο Τζον Στιούαρτ

27 September 2011 | Κανένα σχόλιο

1. Ο Τζον Στιούαρτ

Το προφίλ του Esquire για το γνωστό κωμικό είναι μακροσκελές και ασυνήθιστο -και όχι πολύ ωραίο. Ο Τζον Στιούαρτ είναι ένας από τους σημαντικότερους ανθρώπους που δουλεύουν στην τηλεόραση, κι αυτό που κάνει είναι εξαιρετικά σημαντικό και μοναδικό και σπάνιο, και έτσι από ένα άρθρο 5000 λέξεων του Esquire περίμενα να μάθω πράγματα γι' αυτόν, αλλά το μόνο που περιέχει το άρθρο είναι αποσπασματικές περιγραφές σκηνών από τη σταδιοδρομία του (και της διαδικασίας του να πάει κάποιος να παρακολουθήσει μια εκπομπή) με σχολιασμό και ανάλυση από το συντάκτη (ο έμπειρος Τομ Τζούνοντ), ο οποίος αφ΄ενός λέει πολλές μπούρδες (τραβάει επιχειρήματα από τα μαλλιά, φάσκει κι αντιφάσκει) και αφ' ετέρου, μη έχοντας υλικό να γράψει ουσιαστικά πράγματα, πασπαλίζει το κείμενό του με υπερβολικές φιοριτούρες.  Ωστόσο, αν δεν ξέρεις πολλά για τον Στιούαρτ και δεν έχεις πρόβλημα με κείμενο επιπέδου κάτω του New Yorker, αξίζει να του ρίξεις μια ματιά.

He's been able to concentrate his comedy into a kind of shorthand — a pause, or a raised eyebrow, is often all that is necessary now — but a stranger not cued to laugh could be forgiven for not laughing, indeed for thinking that what was going on in front of him was not comedy at all but rather high-toned journalism with a sense of humor.

2. Μεγαλώνοντας με ενέσεις αυξητικής ορμόνης

Να ένα καλογραμμένο κείμενο για τη ζωή μιας κοπελίτσας που μεγάλωσε κάνοντας επώδυνες ενέσεις, καθώς το σώμα της δεν μπορούσε να φτιάξει από μόνο του την HGH.

The nurse gave me four choices of injection location: arm, abdomen, thigh, butt. I started with the arm, but it’s difficult to give yourself a shot there. Also, it hurts. The nurse said to try the butt, since it’s fattier. Besides the strangeness of my mother giving me a shot in my butt, this didn’t hurt any less. Abdomen was out; my torso was nothing substantial. So thigh it was, and it was wonderful. If you ever have to give yourself shots, I cannot recommend the thigh enough.

3. Η ζωή ενός φαρμακοποιού της Αμερικάνικης επαρχίας (το καλύτερο)

Στο Esquire ο Τομ Τζουνοντ είχε για θέμα του έναν διάσημο Αμερικάνο που γνωρίζουν όλοι -κι έγραψε ένα πολύ μέτριο κείμενο. Εδώ ο Πίτερ Χέσλερ, ο οποίος μόλις κέρδισε το McArthur Genius Grant, έχει για θέμα του έναν ανώνυμο ιδιοκτήτη φαρμακείου σε μια μικρή πόλη του Κολοράντο. Το κείμενό του, λιτό και περιγραφικό, με στιβαρό ρεπορτάζ και οικονομία στη γραφή, είναι δέκα φορές πιο ενδιαφέρον και αξιόλογο.

Instead of establishing a national formulary with standard drug prices, the way many countries do, the U.S. government allows private insurance plans to negotiate with drug providers. Big chains and mail-order pharmacies receive much better rates than independent stores, because of volume. Within the first two years of the program, more than five hundred rural pharmacies went out of business. Don gives the example of a local customer who needs Humira for rheumatoid arthritis. The insurance company reimburses $1,721.83 for a month’s supply, but Don pays $1,765.23 for the drug. “I lose $43.40 every time I fill it, once a month,” he says. Don’s customer doesn’t like using mail-order pharmacies; he worries about missing a delivery, and he wants to be able to ask a pharmacist questions face to face. “I like the guy,” Don says. “So I keep doing it.”

Silicon Valley Post I: Οι Επόμενοι Κυρίαρχοι

20 September 2011 | 1 σχόλιο

Αν δεν το πήρες χαμπάρι τις λίγες μέρες που κάνει τη γύρα στα Ίντερνετς, διάβασε αυτό το μακρύ και θαυμάσιο άρθρο πρόσφατου τεύχους του περιοδικού New York, στο οποίο γνωρίζουμε την επόμενη γενιά πιτσιρικάδων που θα φτιάξουν τα τρομερά apps που θα χρησιμοποιούμε όλοι το 2015 και θα γίνουν δισεκατομμυριούχοι και θα τους ξέρουν όλοι και που σήμερα είναι το πολύ είκοσι χρονώ.

Zuckerberg doesn’t code much for Facebook anymore, the same way that Steve Jobs never hand-coded software for the iPhone. But, as the Groups team was adding the finishing touches to its product, Zuckerberg said he wanted to write a few lines. “Everybody was like, Ohhhh, Zuck’s gonna write code,” says Feross. Someone set up an easy bug for him to fix—adding a link to a picture, or something—and he went to work. Five minutes passed. Twenty minutes. An hour. “It took him like two hours to do something that would take one of us who’s an engineer like five minutes,” says Feross. It was like a retired slugger coming back for one last at-bat, for old time’s sake, and finding he’d lost more of his game than he’d reckoned. Still, he got props from Feross & Co. for getting his hands dirty.

Είναι ωραιότατο ανάγνωσμα, και σου δίνει μια πολύ ωραία εικόνα αυτού του περιβάλλοντος γόνιμης ζύμωσης όπου λεφτά υπάρχουν, περιθώρια για αποτυχίες υπάρχουν, ευκαιρίες υπάρχουν και το μόνο που αναζητείται (λυσσαλέα) είναι ιδέες. Τα πιτσιρίκια αυτά μέσα σ' αυτό το περιβάλλον γίνονται άνθρωποι, κι έτσι αναπτύσσουν έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο σκέψης και αντίληψης της πραγματικότητας από εμένα και εσένα. Δεν ξέρω τί είδους προσωπικότητες θα βγούν από εκεί μέσα (και πόσο ακόμα θα αντέξει αυτό το τόσο μαζικό -και συγκεντρωμένο- περιβάλλον ακατάσχετης δημιουργίας και προσφοράς κεφαλαίου), αλλά αν κρίνουμε από τύπους σαν τον 20χρονο Φερος Αμπουκαντίτζε, που έχει το Facebook, τη Google και το Twitter να τον παρακαλάνε να δουλέψει γι' αυτούς και αρνείται, σίγουρα θα είναι αρκετά διαφορετικές από εμάς.

Τα Δυο Κείμενα Που Πρέπει Να Έχεις Διαβάσει Για Την 11η Σεπτεμβρίου (Επίσης: Λινξ!)

10 September 2011 | 1 σχόλιο

Το ένα το έγραψε ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας το 2007 και θέτει το ερώτημα: Μήπως οι νεκροί της 11ης Σεπτεμβρίου είναι η θυσία που πρέπει να κάνει ο Δυτικός πολιτισμός στο όνομα της ελευθερίας; Και μήπως η προσπάθεια να αποτραπούν τέτοια γεγονότα θυσιάζοντας μέρος αυτής της ελευθερίας, είναι μοιραίο λάθος;

In other words, what if we decided that a certain baseline vulnerability to terrorism is part of the price of the American idea? And, thus, that ours is a generation of Americans called to make great sacrifices in order to preserve our democratic way of life—sacrifices not just of our soldiers and money but of our personal safety and comfort?

Το άλλο το έγραψε ο Ίαν ΜακΓιούαν τέσσερις ημέρες μετά τις επιθέσεις, και εισάγει την ιδέα που έκτοτε αναπαράχθηκε πολλάκις: Οι τηλεφωνικές επικοινωνίες θυμάτων που δόθηκαν στη δημοσιότητα, όταν οι άνθρωποι ήξεραν τί τους συμβαίνει, και είχαν αντιληφθεί τη μοίρα τους, τελείωναν όλες με τις ίδιες τρεις λέξεις.

The building was on fire and there was no way down the stairs. She was calling to say goodbye. There was really only one thing for her to say, those three words that all the terrible art, the worst pop songs and movies, the most seductive lies, can somehow never cheapen. I love you.

Αυτές είναι (λέω εγώ) που κάνουν τη δικιά μας πάστα της ανθρωπότητας να διαφέρει από αυτή των μανιακών θρησκόληπτων φονιάδων, που υπογραμμίζουν ότι εμείς κι αυτοί δεν είμαστε το ίδιο.

Δες ακόμα:
Πράγματα που έγραψαν συγγραφείς όπως ο Τζον Απνταϊκ, ο Τζόναθαν Φράντσεν και η Σούζαν Ζόνταγκ στον New Yorker που κυκλοφόρησε στις 24 Σεπτεμβρίου 2001.
Ένα απίστευτο βίντεο από τους Δίδυμους Πύργους
Τρομερές φωτογραφίες από την 11η Σεπτεμβρίου
Αυτούς που χτίζουν το νέο World Trade Center
Πώς θα είναι ο χώρος όταν ολοκληρωθεί η ανακατασκευή
Ένας ωραίος πίνακας του Γκέρχαρντ Ρίχτερ για εκείνη τη μέρα

Η Γερμανική Οικονομία Και Τα Κόπρανα: Μια Ανάλυση

01 September 2011 | 10 σχόλια

Ο Μάικλ Λιούις είναι αυτός ο δαιμόνιος Αμερικανός δημοσιογράφος που έχει πάρει σβάρνα όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες που βρίσκονται ύπο πτώχευση και γράφει την πονεμένη τους ιστορία στο περιοδικό Vanity Fair. Έχει γράψει για την Ισλανδία, την Ιρλανδία και, βεβαίως, σε ένα θαυμάσιο άρθρο με κεντρικό άξονα το σκάνδαλο του Βατοπεδίου και το τελικό συμπέρασμα ότι είμαστε ένας λαός υπό "πλήρη ηθική κατάρρευση", την Ελλάδα. Για το προηγούμενο τεύχος ο Λιούις είπε να πάει στην άλλη πλευρά της ιστορίας, και ταξίδεψε στη Γερμανία, που με τα λεφτά της συντηρεί κατά μία έννοια όλες τις προηγούμενες χώρες. Είναι άρθρο πολύ μεγάλο και ωραίο, και σου συστήνω να το διαβάσεις όλο. Αποκάτω σου έχω έξι χαρακτηριστικά αποσπάσματα, τα πιο ζουμερά, ξεκινώντας από αυτό που περιγράφει την εμμονή των Γερμανών με τον κώλο, τα σκατά, και οτιδήποτε γίνεται κοντά στην απόληξη του παχέος εντέρου, η οποία ο συγγραφέας πιστεύει ότι εξηγεί τα πάντα για τη μενταλιτέ τους ως λαού.

διάβασε παρακάτω

Αυτό Είναι Δημοσιογραφία: Τρία Κείμενα Για Διάβασμα, Σκέψη, Κλάμα

30 August 2011 | 2 σχόλια

Φέτος άργησα αρκετά να διαβάσω ολόκληρο το "The Best American Magazine Writing", τον τόμο που εκδίδεται κάθε χρόνο με κείμενα από φιναλίστ και νικητές των ετήσιων βραβείων της Αμερικάνικης Ένωσης Συντακτών Περιοδικού Τύπου, αλλά τέλος πάντων τα κατάφερα, και όπως γίνεται συνήθως βρήκα μερικά διαμάντια εκεί μέσα που δεν είχα διαβάσει κατά τη διάρκεια του χρόνου. Να τρία:

1) Trial By Fire, του David Grann, από τον New Yorker

Η απίστευτη ιστορία ενός μπαμπά που είδε το σπίτι του (με τα παιδιά του μέσα) να καίγεται και, χρόνια αργότερα, οδηγήθηκε στην ηλεκτρική καρέκλα για τον εμπρησμό και τη δολοφονία τους. Ο δημοσιογράφος, μετά από συγκλονιστικό ρεπορτάζ, αποκαλύπτει τις αδυναμίες της αστυνομικής έρευνας και φτάνει στο συμπέρασμα ότι πιθανότατα ο άνθρωπος ήταν αθώος.

2) Still Life, του Skip Hollandsworth, από το Texas Monthly

Εκ πρώτης όψεως είναι η ιστορία του Τζον Μακλάρμοκ, ενός πιτσιρικά που τραυματίστηκε σοβαρά παίζοντας φούτμπολ το 1973 και έκτοτε έμεινε ανάπηρος και κλινήρης, αλλά στην πραγματικότητα είναι μια συγκλονιστική καταγραφή της αδιανόητης ζωής της μαμάς του, που τον φρόντιζε όλα αυτά τα χρόνια -τα περισσότερα μόνη της- καθώς ταυτόχρονα την χτυπούσαν και αμέτρητες άλλες συμφορές. Το διάβαζα στην παραλία και τρέχανε δάκρυα κανονικά, και δεν ήταν απ' τον ήλιο, που έφεγγε αψύς.

3) The Deadly Choices At Memorial, της Sheri Fink, από το ProPublica

Τί συνέβη πραγματικά σε ένα νοσοκομείο της Νέας Ορλεάνης τις μέρες που ο τυφώνας Κατρίνα είχε σαρώσει την πόλη, τα πάντα τριγύρω είχαν πλημμυρίσει, και κάποιοι γιατροί αποφάσιζαν ποιος ασθενής θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει με κριτήρια και μεθόδους που προκαλούν σκέψεις, ερωτηματικά και, τελικά, αποστροφή.

Instapaper This: Η Γέννηση Της "Νέας" Δημοσιογραφίας, Από Τον Τομ Γουλφ

H "Νέα Δημοσιογραφία", όπως ίσως έχεις ακουστά, ήταν αυτό αυτή η πολύ ωραία τάση που γεννήθηκε στα '60s στην Αμερική και που ήθελε κείμενα δημοσιογραφικά σε περιοδικά και εφημερίδες να γράφονται με ύφος λογοτεχνικό, ενίοτε σε πρώτο πρόσωπο, με το δημοσιογράφο να παίρνει ελευθερίες αφηγηματικές και να χρησιμοποιεί και το πρώτο πρόσωπο ενίοτε. Ο Τομ Γούλφ ήταν ένας από του πρωτοπόρους του κινήματος (αν μπορεί να το πει κανείς έτσι) και το 1972 έγραψε ένα μακρουλό και αυταναφορικό και ωραίο άρθρο για το πώς γίνηκαν τα πράγματα. Μπορείς να το διαβάσεις όλο εδώ.

What interested me was not simply the discovery that it was possible to write accurate non-fiction with techniques usually associated with novels and short stories. It was that—plus. It was the discovery that it was possible in non-fiction, in journalism, to use any literary device, from the traditional dialogisms of the essay to stream-of-consciousness, and to use many different kinds simultaneously, or within a relatively short space … to excite the reader both intellectually and emotionally. I am not laying all those gladiolas on that rather curious first article of mine, you understand. I’m only talking about what it suggested to me.

(ναι, στο τέλος κόβεται λίγο ανάποδα -δεν ξέρω αν πράγματι τελειώνει εκεί το κείμενο, ή αν έχει κι άλλο)

Instapaper This: Η Αναπάντεχη Σωτηρία (;) Των New York Times

Ετούτο εδώ το μακροσκελές άρθρο του New York είναι κυρίως αφιερωμένο στο προφίλ του Άρθουρ Σούλτσμπεργκερ, του πέμπτου γόνου της οικογενείας που διοικεί τους Times της Νέας Υόρκης εδώ και δεκαετίες, αλλά το γενικό νόημα είναι το εξής: Το paywall μοιάζει να λειτουργεί, και τα οικονομικά της εφημερίδας είναι ξαφνικά πολύ πιο ρόδινα.

It will take years for the ultimate wisdom of the Times’ strategy to be apparent, but the company’s second-quarter-earnings report proves that its digital-subscription plan has thus far been an enormous success. The internal projections have been closely held, but several people have confirmed that the goal was to amass 300,000 online subscribers within a year of launch. On Thursday, the company announced that after just four months, 224,000 users were paying for access to the paper’s website. Combined with the 57,000 Kindle and Nook readers who were paying for subscriptions and the roughly 100,000 users whose digital access was sponsored by Ford’s Lincoln division, that meant the paper had monetized close to 400,000 online users.

Μήπως, όμως, δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα;

Απίστευτη Ιστορία: Ποιος Ανακάλυψε Το High Five

Ένας γκέι παίκτης του μπέιζμπολ ή ένας μπασκετμπολίστας; Άυτό εδώ είναι ένα συναρπαστικό άρθρο του ESPN που προσπαθεί να ανακαλύψει τον άνθρωπο που για πρώτη φορά, εκεί κάπου στα τέλη της δεκαετίας του '70, σήκωσε το χέρι ψηλά και κοπάνησε τη σηκωμένη παλάμη ενός άλλου, δείχνοντας τη χαρά και τον ενθουσιασμό μιας νίκης, μικρής ή μεγάλης.

As Burke’s life sputtered downward, the high five madly ascended. Even by 1980, the Dodgers were selling “High Five” T-shirts with a trademarked logo of two upraised hands connecting. A promotional poster explained: “The ‘High Five’ salute has become the Dodgers’ standard salute during the 1980 season. It is given customarily following a home run, good defensive play or Dodger victory.

ΠΑΝΩ