H Zappos είναι μια εταιρία που πουλάει παπούτσια στο Ίντερνετ, και είναι μια εταιρία περίεργη κι αξιοθαύμαστη. Μετά το πέρας του δοκιμαστικού μήνα, ας πούμε, λέει στους νέους υπαλλήλους της «πάρε 2000 δολάρια και φύγε, ή μείνε. Ό,τι θέλεις». Έτσι εξασφαλίζει ότι οι υπάλληλοί της θέλουν στ’ αλήθεια να δουλέψουν στην εταιρία. Επίσης, αν παραγγείλεις ένα ζευγάρι παπούτσια και δεν σου κάνουν ή δεν σου αρέσουν, τα επιστρέφεις τσάμπα –ούτε ταχυδρομικά έξοδα για να τα στείλεις πίσω δεν πληρώνεις. Σου λέω: Αλλιώτικη εταιρία, διαφορετική. Οπότε όταν ο CEO της, ο Τόνι (Χσιε; Σίε; Ποιος ξέρει) αποφάσισε να γράψει ένα βιβλίο («Delivering Happiness: A Path to Profits, Passion, and Purpose»), ήταν βέβαιο ότι δεν θα το προωθούσε με συνήθεις μεθόδους. Είπε λοιπόν: Αν είσαι μπλόγκερ θα σου στείλω ένα preview αντίτυπο, μήνες πριν κυκλοφορήσει το βιβλίο, για να το διαβάσεις και να γράψεις πώς σου φάνηκε. Και θα σου στείλω άλλο ένα για να το χαρίσεις στους επισκέπτες σου.
Οπότε να: Τώρα θα σου γράψω για το βιβλίο του Τόνι, και αν είσαι τυχερός, θα στο χαρίσω κιόλας.
Good old traditional audio-only phone conversations allowed you to presume that the person on the other end was paying complete attention to you while also permitting you not to have to pay anything even close to complete attention to her. (…) Video telephony rendered the fantasy insupportable. Callers now found they had to compose the same sort of earnest, slightly overintense listener’s expression they had to compose for in-person exchanges. Those caller who out of unconscious habit succumbed to fuguelike doodling or pants-crease-adjustment now came off looking extra rude, absentminded, or childishly self-absorbed. Callers who even more unconsciously blemish-scanned or nostril explored looked up to find horrified expressions on the video-faces at the other end. All of which resulted in videophonic stress. (…) And the videophonic stress was even worse if you were at all vain. I.e. if you worried at all about how you looked. As in to other people. Which all kidding aside who doesn’t.
Συμφωνώ με όλα.
Αλλά δες τη συγκινητική διαφήμιση του Σαμ Μέντες, ωωωω γούτσου γούτσου:
Κοίτα να δεις: Τα καπάκια των υπονόμων στην Ιαπωνία δεν μοιάζουν με τα δικά μας, είναι πολύχρωμα, κομψοτεχνήματα κανονικά. Υπάρχει (σιγά που δεν θα υπήρχε) ένα blog σχετικό, και σε λίγες ημέρες θα κυκλοφορήσει και το απαραίτητο βιβλίο.
Να ένα χιουμοριστικό κείμενο του συγγραφέα Τζ. Α. Κόνραντ, που βάζει τη βιομηχανία των βιβλίων παρέα με τα CD, τις φωτογραφικές μηχανές με φιλμ, τις βιντεοκασέτες, τη μουσική, και τα arcades σε μια φανταστική κουβέντα πεθαμένων.
Print Industry: Look, this isn’t about me. All of you guys have become irrelevant. Technology marched on, and you didn’t march with it. But that WILL NOT happen to me. There will always be bookstores, and dead tree books. We’ll continue to sell hardcovers at luxury prices, and pay artists 6% to 15% royalties on whatever list price WE deem appropriate. And the masses will buy our books BECAUSE WE SAID SO! WE SHALL NEVER BECOME OBSOLETE!!!
CDs: (whispering to LPs) I give him six years, tops.
Ένα νέο βιβλίο που κυκλοφόρησε για την ιστορία της δημιουργίας του Facebook περιέχει διάφορες ανέκδοτες ιστορίες από την εποχή που αλλόκοτος κι αλλοπρόσαλλος (και ψιλομαλάκας) Μαρκ Ζούκερμπεργκ έτρεχε το πρότζεκτ στο πανεπιστήμιο και αργότερα σε ένα σπίτι με πισίνα στο Πάλο Άλτο.
The house at 819 La Jennifer Way, with a resident population of seven guys, felt like a dorm. Some people — female and male — stopped by for days and just hung around. Stanford University was only a mile away, so the housemates would announce parties using a Facebook feature that enabled them to target specific schools. They were mobbed by Stanford students and townies. Hanging out by the pool was a major activity, and broken glass would simply be swept into the water. One housemate strung a wire from the top of the chimney to a spot on a telephone pole beyond the pool. With a pulley, he turned it into a zip line, so partiers could ride down the wire and drop into the pool with a massive splash.
Σε άλλο σημείο περιγράφεται και μια σκηνή κατάρρευσης του Ζούκερμπεργκ -σε τουαλέτα εστιατορίου, μάλιστα- επειδή δεν ήθελε να προδώσει έναν από τους πρώτους επενδυτές που σεβόταν πολύ.
Zuckerberg went to the bathroom and didn’t return for a surprisingly long time. Cohler got up to see if everything was okay. There, on the floor of the men’s room with his head down, was Zuckerberg. And he was crying. «Through his tears he was saying, ‘This is wrong. I can’t do this. I gave my word!’ » recalls Cohler. «He was just crying his eyes out, bawling.
Τα βιβλία της συλλογής του δεν τα άφηνε άθικτα (όπως κάνω εγώ) -τα γέμιζε σημειώσεις, σκιτσάκια και τζιριτζάτζουλες. Το αρχείο του είναι ένας θησαυρός.
Το περασμένο καλοκαίρι χάρισα μερικά από τα πράγματα που έχω μαζέψει και μου πιάνουν χώρο στο σπίτι, μαζεμένα σε ένα απίθανο «Πακέτο Δυναμίτης». Ο καιρός πέρασε, κι άλλα πράγματα μαζεύτηκαν, κι ήρθε ο καιρός για το sequel. Το «Πακέτο Δυναμίτης ΙΙ: Η Επιστροφή» αποτελείται από 15 ετερόκλητα αντικείμενα αμφιλεγόμενης χρησιμότητας τα οποία δεν χρειάζομαι. Όπως πάντα, αρκεί να αφήσεις ένα οποιοδήποτε σχόλιο για να μπεις στην κλήρωση και να τα κερδίσεις όλα. Έχεις περιθώριο μέχρι τα μεσάνυχτα της 26ης Φεβρουαρίου για να λάβεις μέρος. Δες παρακάτω αναλυτικές λεπτομέρειες για τα περιεχόμενα.
Σε ένα πρόσφαρτο ξεσκαράρισμα/αρχειοθέτηση διαπίστωσα το εξής: Από το 2003, όταν περίπου άρχισα να γράφω για βιβλία σε περιοδικά, άρχισα να κρατάω και ένα αρχείο όλων των βιβλίων που διάβαζα. Έβαλα κάτω τη λίστα και τη μελέτησα, και μου βγήκαν 200. Διακόσια βιβλία σε έξι χρόνια δεν είναι λίγα, αλλά δεν είναι και πάρα πολλά -είναι ένα μικρό ποσοστό των βιβλίων που έχω, άλλωστε. Τα 200 περιλαμβάνουν φυσικά οτιδήποτε: Νέες κυκλοφορίες, παλιά κλασικά (ή μη) που δεν είχα διαβάσει, βιβλία στα ελληνικά και στα αγγλικά, comic books (αλλά όχι coffee table books -αυτά δε μετράνε), βιβλία που διάβασα για τη δουλειά, τα πάντα. Η λίστα δεν περιλαμβάνει τα πολλές εκατοντάδες που πέρασα βιαστικά και διαγώνια για να δω περί τίνος πρόκειται, μόνο αυτά που διάβασα ολόκληρα. Διαπίστωσα πως η επιλογή των καλύτερων από αυτά δεν ήταν και πολύ δύσκολη υπόθεση. Να τα βιβλία που θα πρότεινα ανεπιφύλακτα, τα καλύτερα των καλύτερων από αυτά που διάβασα τα τελευταία έξι χρόνια:
ελληνικά
1. Άρης Αλεξάνδρου – Το Κιβώτιο
2. Νίκος Καζαντζάκης – Ο Καπετάν Μιχάλης
3. Δημήτρης Φωτιάδης – Καραϊσκάκης
μεταφρασμένα
1. Γκράχαμ Γκριν – Ο Άνθρωπός μας στην Αβάνα
2. Έρνεστ Χέμινγουεϊ – Αποχαιρετισμός στα Όπλα
3. Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ – Λολίτα
4. Τσακ Πολάνικ – Fight Club
5. Κάρλος Φουέντες –Η Πορτοκαλιά, ή οι κύκλοι του χρόνου (διηγήματα)
Ναι, από τα διακόσια βιβλία προτείνω ανεπιφύλακτα σε οποιονδήποτε μόνο τρία ελληνικά. Τι;
Υ.Γ.: Φυσικά τα τελευταία χρόνια εκτός από τα διακόσια που διάβασα υπάρχει και το ένα που έγραψα. Το συστήνω ανεπιφύλακτα, πράγματι, αλλά σ’ αυτή την περίπτωση η γνώμη μου δεν είναι και πολύ χρήσιμη.
Ένα από τα προβλήματα στην Ελληνική δημοσιογραφία, όχι το μεγαλύτερο, αλλά σημαντικό, είναι ότι δεν υπάρχει κανένας που θα σε μάθει να γράφεις. Δεν υπάρχουν μαθήματα, δεν υπάρχουν σχολές. Δεν ξέρω τι μαθαίνουν τα πιτσιρίκια στις σχολές δημοσιογραφίας (επειδή έχω γνωρίσει πολλά κι έχω κάνει interview σε κάμποσα τείνω να πιστέψω πως δε μαθαίνουν τίποτα) αλλά σίγουρα δεν μαθαίνουν να γράφουν. Όλοι οι δημοσιογράφοι που διαβάζεις και σου αρέσουν μάθανε να γράφουν καλά από μόνοι τους. Αν τώρα εσύ θέλεις όταν μεγαλώσεις να γίνεις δημοσιογράφος και να γράφεις σε περιοδικά (ατύχησες, γιατί στο μέλλον δεν θα υπάρχουν περιοδικά, αλλά έστω ότι είσαι αγύριστο κεφάλι, θες να μάθεις να γράφεις έτσι για να γράφεις στο Ίντερνετ, ή κάτι τέτοιο), τί μπορείς να κάνεις για να βοηθηθείς; Αγόρασε αυτά τα βιβλία.
Ο μόνος τρόπος για να μάθεις πώς γράφεται το σωστό άρθρο περιοδικού είναι με ώσμωση: Διαβάζοντας πολλά καλά άρθρα περιοδικών, κι ό,τι καταλάβεις κατάλαβες. Τα καλύτερα άρθρα περιοδικών γράφονται στις ΗΠΑ, και τα καλύτερα των καλύτερων βραβεύονται κάθε χρόνο από την αρμόδια ένωση, και κυκλοφορούν σε ένα βιβλίο που βγαίνει κάθε χρόνο. (Για λόγους που αντιλαμβάνεσαι, ζηλεύω θανάσιμα και την Ένωσή τους και τα βραβεία τους).
Αυτό το βιβλίο είναι μια καλή αρχή. Έχουν κυκλοφορήσει δέκα τόμοι για τα τελευταία δέκα χρόνια, και είναι όλοι καταπληκτικά αναγνώσματα, όχι μόνο για όσους θέλουν να γράψουν, αλλά και γι’ αυτούς που αγαπούν τα μεγάλα δημοσιογραφικά κείμενα με ωραία γλώσσα, στρωτή δομή και συναρπαστικό περιεχόμενο. Διάβασε τη λίστα με τα καλύτερα του περσινού τόμου και τι είχα γράψει για τον προπέρσινο.
Να και ένα βίντεο που έφτιαξε η συγκεκριμένη ένωση για τη δεκαετία που πέρασε όπως παρουσιάστηκε από τα εξώφυλλα περιοδικών. Σκέψου: σε 10 χρόνια πιθανότατα δεν θα υπάρξει τέτοιο βιντεάκι.
Πρόσφατα διάβασα ένα εκτρωματικό βιβλίο για της ανάγκες της δουλειάς, το «Brangelina» του «δημοσιογράφου» Ίαν Χάλπεριν, το οποίο υποτίθεται ότι αποκάλυπτε άγνωστες πτυχές της ζωής του διάσημου ζεύγους Τζολί – Πιτ (αλλά στην πραγματικότητα ήταν μια βαρετή μίνι βιογραφία της Τζολί με αδιευκρίνιστες πηγές). Το μόνο ενδιαφέρον σημείο από κουτσομπολίστικη άποψη ήταν ένα κομμάτι εντελώς άσχετο με το υπόλοιπο βιβλίο: Κάνοντας «έρευνα» για άλλο βιβλίο, συμμετείχε σε ένα παιχνίδι πόκερ κάποιων σημαντικών εργαζομενων στο Χόλιγουντ «υποδυόμενος τον γκέι». Οι συνδαιτημόνες του, μέλη της γκέι κοινότητας του Χόλιγουντ, του εξήγησαν γιατί η συντριπτική πλειοψηφία των ηθοποιών που βλέπουμε σε τηλεόραση και σινεμά είναι γκέι. Αν και ο τύπος αυτός δεν είναι και η πιο αξιόπιστη πηγή, και αν και δεν μπορείς να πάρεις τοις μετρητοίς τίποτα από όσα γράφει, ωστόσο μερικά από τα επειχηρήματα που αναφέρονται έχουν ενδιαφέρον. Διάβασε παρακάτω αποσπάσματα από το απόσπασμα -περιέχουν ενδιαφέρουσες αναφορές στη Σαϊεντολογία (που υπόσχεται να θεραπεύσει την ομοφυλοφιλία -του Τραβόλτα ας πούμε), ιστορίες παλιών γκέι ηθοποιών όπως του Τζέιμς Ντιν και του Κάρι Γκραντ, ονόματα μερικών -λίγων- σταρ του σινεμά που δεν είναι γκέι και, βέβαια, το πώς βγαίνει το «75%».
It’s not that «T2″ is totally plotless or embarrassing — and it does, admittedly, stand head and shoulders above most of the F/X Porn blockbusters that have followed it. It’s rather that «T2″ as a dramatic narrative is slick and cliche and calculating and in sum an appalling betrayal of 1984’s «The Terminator.»
Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Κεν Ολέτα έγραψε ένα βιβλίο για το Google. Ένα κεφάλαιο κόπηκε από την τελική εκδοχή του βιβλίου, και το ανέβασε στο site του. Είναι 25 αποφθέγματα που πιστεύει ότι ισχύουν για το μιντιακό τοπίο σήμερα -και εξηγεί το γιατί. Διάβασε:
Στην αρχή του κεφαλαίου ο Ολέτα αναφέρεται σε μια ομιλία του Στιβ Τζομπς στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ το 2005 (απ΄όπου βγάζει και το πρώτο αξίωμα). Νάτη: