Να μερικά συναρπαστικα πράγματα που διάβασα στο περσινό καλοκαιρινό τεύχος του Atlantic (έχω μείνει λίγο πίσω στο διάβασμα), το οποίο ήταν αφιερωμένο σε «ιδέες που θα αλλάξουν τον κόσμο:
Υπάρχουν έρευνες, λέει, (εδώ κι εδώ) που αποδεικνύουν ότι η χρήση social networks στο χώρο εργασίας μειώνει την παραγωγικότητα, πράγμα που αποτελεί και λογικό συμπέρασμα, και δικαιολογεί το ότι στη δουλειά μου, ας πούμε, το ΙΤ έχει κόψει το Facebook. ΟΜΩΣ.
Στην πραγματικότητα, ο χρόνος που σπαταλάται σε τέτοιου τύπου ερεθίσματα δεν είναι χαμένος, άρα οι έρευνες είναι ανεδαφικές. Λέει το Wired:
Humans weren’t designed to maintain a constant focus on assigned tasks. We need periodic breaks to relieve our conscious minds of the pressure to perform — pressure that can lock us into a single mode of thinking. Musing about something else for a while can clear away the mental detritus, letting us see an issue through fresh eyes, a process that creativity researchers call incubation.
Τα τελευταία χρόνια (χάρη και στις μαρκετίστικες προσπάθειες του επιμελητή -και διευθυντή του Wired- Κρις Άντερσον) τα συνέδρια του TED έχουν γίνει κάτι σαν forum των πιο φωτεινών μυαλών του πλανήτη. Άνθρωποι του 2150, όταν θα προσπαθήσουν να φανταστούν γιατί ο κόσμος του 2010 ήταν όπως ήταν, δεν θα χρειαστεί παρά να δουν αυτά τα βίντεο: Αυτοί τον έφτιαξαν έτσι. Να πέντε σημαντικές, σύντομες και περιεκτικές ομιλίες που αξίζει να παρακολουθήσεις:
ΟΚ, το τραγούδι είναι ένα ανυπόφορο μελό, η όλη ιδέα είναι τόσο αδιανόητα κλισέ (πρωτοδοκιμάστηκε 25 χρόνια πριν, εικοσιπέντε, 1/4 του αιώνα), αλλά αυτό που σε αφήνει άφωνο είναι το τηλεμαραθώνιος-βίντεο κλιπ, που μοιάζει να το έχει σκηνοθετήσει αυτός που φτιάχνει εκείνες τις διαφημίσεις στην ΕΡΤ με τα αλουμίνια και τα παπούτσια Μπόξερ (αρνούμαι να πιστέψω ότι είναι περισσότεροι από ένας), που δεν τις βλέπεις σε κανένα άλλο κανάλι, αλλά στην πραγματικότητα το έχει σκηνοθετήσει ο βραβευμένος με Όσκαρ Πολ Χάγκις (!)
Προσπάθησε να συγκρατήσεις τον εμετό/γέλωτα στο 2:30 με την ξεκαρδιστική ένθεση μαχμουρλούς Τζάνετ Τζάκσον σε βίντατζ βίντεο Μάικλ Τζάκσον. Και δες και μια πολύ πιο αποτελεσματική προσπάθεια:
H ιδέα του Wired για τη μορφή του περιοδικού σε ένα tablet κομπιούτερ. Και, όπως και οι άλλες περιπτώσεις, είναι αδέξιο και λίγο αλλόκοτο, πιο φανταχτερό από τη σελίδα του Wired στο web, αλλά πολύ λιγότερο εύχρηστο. Και δοκίμασε να διαβάσεις τα μεγάλα δημοσιογραφικά κείμενα των 5000 λέξεων σε τέτοια οθόνη. Δοκίμασε. Κωλώνεις. Εξάλλου: Προσοχή φανμπόη: Είναι φτιαγμένο με Adobe AIR, άρα δεν θα παίζει σε iPad.
Θυμήσου τις εκδοχές του Sports Illustrated και κάποιων Λονδρέζων designers για αντίστοιχες λύσεις. Όπως καταλαβαίνεις, με τις συνδρομές-ως-apps που προωθούν σε παρόμοια μηχανήματα, κάθε περιοδικό θα απαιτεί να μάθεις και ένα διαφορετικό UI για να διαβάσεις τα υπέροχα άρθρα του. Μ’ άλλα λόγια: Φέξε μου και γλίστρησα κι αγουρίδα μέλι.
Η συζήτηση συνεχίζεται για το φαινόμενο της εξαφάνισης της αξίας του δημιουργικού περιεχομένου (κείμενα, φωτογραφίες, βίντεο) στα media, και την επίδραση που θα έχει στη δημοσιογραφία και τα άλλα συγγενικά επαγγέλματα. Να τρία σχετικά και ενδιαφέροντα άρθρα που διάβασα πρόσφατα.
Overall newspaper circulation has been in decline since 1990, «well before the Internet,» Varian noted, while newspaper circulation crossed against the nation’s population has been declining since 1960; and circulation per household has been dropping since — wait for it — 1945. You can’t blame the Web for that.
2) Οι άνθρωποι διαβάζουν ειδήσεις online μόνο όταν χαζεύουν από τη δουλειά τους.
It turns out, that compared with Web search access, Google news access goes up during the day, down in the evening, and way, way down over the weekend. This data is consistent with the results of other studies that indicate Americans still spend much more time with print newspapers than they do with news online — one Nielsen study found that Internet users spent an average of 38 minutes total per month on newspaper sites. «What that says to me is that reading the news online is a worktime activity. … Most people aren’t paid to sit at a computer and read newspapers. They’re snatching things throughout the day,» Varian said.
Όπως καταλαβαίνεις, κανείς δεν θα πληρώσει για κάτι που κάνει στο χρόνο που θα έπρεπε να δουλεύει.
Τη δεκαετία του 1930 ερευνητές άρχισαν να μελετούν τη σωματική και ψυχολογική εξέλιξη περίπου 280 φοιτητών του Χάρβαρντ. Η έρευνα συνεχίστηκε για δεκαετίες και συνεχίζεται ακόμα, και έχει ήδη δώσει μοναδικά συμπεράσματα για τη ζωή και την ευτυχία. Το Atlantic φιλοξένησε ένα σχετικό στόρι αναφέροντας κάμποσα από αυτά. Το εντυπωσιακό είναι το εξής: Δεν υπάρχει κανείς από τους συμμετέχοντες που να έζησε μια ήρεμη ζωή χωρίς μικρές ή μεγάλες δυστυχίες και προβλήματα. Ακόμα και οι αντικειμενικά «ευτυχισμένοι» πέρασαν μεγάλα ζόρια. Κάθε μία από τις ζωές των ανθρώπων αυτών περιέχει αρκετό δράμα για να γεμίσει ταινίες και βιβλία, και αυτή η συνειδητοποίηση σου δίνει μια αρκετά καλή προοπτική για την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Διάβασε το συναρπαστικό άρθρο, και δες και το βίντεο που ετοίμασαν οι του Atlantic.
Ωραίο trivia: Ο φάκελος ενός από τους 280 θα παραμείνει απόρρητος μέχρι το 2040 -ήταν ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Τζον Φ. Κένεντι.
Ένα από τα προβλήματα στην Ελληνική δημοσιογραφία, όχι το μεγαλύτερο, αλλά σημαντικό, είναι ότι δεν υπάρχει κανένας που θα σε μάθει να γράφεις. Δεν υπάρχουν μαθήματα, δεν υπάρχουν σχολές. Δεν ξέρω τι μαθαίνουν τα πιτσιρίκια στις σχολές δημοσιογραφίας (επειδή έχω γνωρίσει πολλά κι έχω κάνει interview σε κάμποσα τείνω να πιστέψω πως δε μαθαίνουν τίποτα) αλλά σίγουρα δεν μαθαίνουν να γράφουν. Όλοι οι δημοσιογράφοι που διαβάζεις και σου αρέσουν μάθανε να γράφουν καλά από μόνοι τους. Αν τώρα εσύ θέλεις όταν μεγαλώσεις να γίνεις δημοσιογράφος και να γράφεις σε περιοδικά (ατύχησες, γιατί στο μέλλον δεν θα υπάρχουν περιοδικά, αλλά έστω ότι είσαι αγύριστο κεφάλι, θες να μάθεις να γράφεις έτσι για να γράφεις στο Ίντερνετ, ή κάτι τέτοιο), τί μπορείς να κάνεις για να βοηθηθείς; Αγόρασε αυτά τα βιβλία.
Ο μόνος τρόπος για να μάθεις πώς γράφεται το σωστό άρθρο περιοδικού είναι με ώσμωση: Διαβάζοντας πολλά καλά άρθρα περιοδικών, κι ό,τι καταλάβεις κατάλαβες. Τα καλύτερα άρθρα περιοδικών γράφονται στις ΗΠΑ, και τα καλύτερα των καλύτερων βραβεύονται κάθε χρόνο από την αρμόδια ένωση, και κυκλοφορούν σε ένα βιβλίο που βγαίνει κάθε χρόνο. (Για λόγους που αντιλαμβάνεσαι, ζηλεύω θανάσιμα και την Ένωσή τους και τα βραβεία τους).
Αυτό το βιβλίο είναι μια καλή αρχή. Έχουν κυκλοφορήσει δέκα τόμοι για τα τελευταία δέκα χρόνια, και είναι όλοι καταπληκτικά αναγνώσματα, όχι μόνο για όσους θέλουν να γράψουν, αλλά και γι’ αυτούς που αγαπούν τα μεγάλα δημοσιογραφικά κείμενα με ωραία γλώσσα, στρωτή δομή και συναρπαστικό περιεχόμενο. Διάβασε τη λίστα με τα καλύτερα του περσινού τόμου και τι είχα γράψει για τον προπέρσινο.
Να και ένα βίντεο που έφτιαξε η συγκεκριμένη ένωση για τη δεκαετία που πέρασε όπως παρουσιάστηκε από τα εξώφυλλα περιοδικών. Σκέψου: σε 10 χρόνια πιθανότατα δεν θα υπάρξει τέτοιο βιντεάκι.
Πρόσφατα διάβασα ένα εκτρωματικό βιβλίο για της ανάγκες της δουλειάς, το «Brangelina» του «δημοσιογράφου» Ίαν Χάλπεριν, το οποίο υποτίθεται ότι αποκάλυπτε άγνωστες πτυχές της ζωής του διάσημου ζεύγους Τζολί – Πιτ (αλλά στην πραγματικότητα ήταν μια βαρετή μίνι βιογραφία της Τζολί με αδιευκρίνιστες πηγές). Το μόνο ενδιαφέρον σημείο από κουτσομπολίστικη άποψη ήταν ένα κομμάτι εντελώς άσχετο με το υπόλοιπο βιβλίο: Κάνοντας «έρευνα» για άλλο βιβλίο, συμμετείχε σε ένα παιχνίδι πόκερ κάποιων σημαντικών εργαζομενων στο Χόλιγουντ «υποδυόμενος τον γκέι». Οι συνδαιτημόνες του, μέλη της γκέι κοινότητας του Χόλιγουντ, του εξήγησαν γιατί η συντριπτική πλειοψηφία των ηθοποιών που βλέπουμε σε τηλεόραση και σινεμά είναι γκέι. Αν και ο τύπος αυτός δεν είναι και η πιο αξιόπιστη πηγή, και αν και δεν μπορείς να πάρεις τοις μετρητοίς τίποτα από όσα γράφει, ωστόσο μερικά από τα επειχηρήματα που αναφέρονται έχουν ενδιαφέρον. Διάβασε παρακάτω αποσπάσματα από το απόσπασμα -περιέχουν ενδιαφέρουσες αναφορές στη Σαϊεντολογία (που υπόσχεται να θεραπεύσει την ομοφυλοφιλία -του Τραβόλτα ας πούμε), ιστορίες παλιών γκέι ηθοποιών όπως του Τζέιμς Ντιν και του Κάρι Γκραντ, ονόματα μερικών -λίγων- σταρ του σινεμά που δεν είναι γκέι και, βέβαια, το πώς βγαίνει το «75%».
Σύμφωνα με το βιβλίο «Priceless» του Γουίλιαμ Πάουντστοουν, η ψυχολογία της τιμολόγησης των αγαθών είναι πολύ σημαντικό πράγμα. Το Johnnie Walker Blue Label είναι εξωφρενικά ακριβό σε σχέση με τα υπόλοιπα ουίσκια της φίρμας (και σε σχέση με την κοινή λογική), όχι επειδή είναι στα αλήθεια τόσο καλύτερο, αλλά επειδή έτσι κάνει το «πράσινο» ή το «χρυσό» να μοιάζουν πιο προσιτά.
«Just knowing that Blue Label exists has several effects,» Poundstone explains via email. «It creates a contrast: Red, Black and Green look reasonably priced in comparison to Blue. And there’s an attraction effect: probably more people spring for the Green because they figure they’re ’saving’ so much money by not buying Blue.» The company doesn’t need to sell a ton of Blue label to achieve its goals, as long as the costly Blue bumps up sales of the lesser varieties.
Αυτή είναι μια εξήγηση και για το τί κερδίζουν τα καταστήματα που έχουν εξωφρενικά πανάκριβα προϊόντα στις προθήκες τους. Διάβασε περισσότερα εδώ.
Ο Κόρι Ντόκτοροου εξηγεί εδώ πώς το περιεχόμενο στο Ίντερνετ είναι πολύ πιο φτηνό και όχι πολύ χειρότερο από αυτό των χάρτινων μέσων (θέμα που έχουμε ξαναθίξει) -και ταυτόχρονα κρύβει πολύ περισσότερες δυνατότητες για πειραματισμούς και νέες ιδέες.
This is the pattern: doing something x percent as well with less-than-x percent of the resources. A blog may be 10 percent as good at covering the local news as the old, local paper was, but it costs less than 1 percent of what that old local paper cost to put out. A home recording studio and self-promotion may get your album into 30 percent as many hands, but it does so at five percent of what it costs a record label to put out the same recording.
Κάποιος κάποτε αποφάσισε ότι τα νιάτα (όχι η εμπειρία ή η γνώση, σκέτα τα νιάτα) είναι ένα χαρακτηριστικό που αξίζει να το θαυμάζεις και να το εξιδανικεύεις. Γι’ αυτό πάνε όλα κατά διαόλου. Το εξηγεί ο σκοτσέζος κωμικός μέσα σε τρία λεπτά, πάτα play, πάτα, αξίζει.
Ο γλωσσολόγος Τζον Μακβόρτερ γράφει στο World Affairs για την εξαφάνιση των γλωσσών, και εξηγεί ότι δεν θα είναι καθόλου κακό πράγμα.
As we assess our linguistic future as a species, a basic question remains. Would it be inherently evil if there were not 6,000 spoken languages but one? We must consider the question in its pure, logical essence, apart from particular associations with English and its history.
Είναι, φυσικά, εντελώς λογικό. Κανένας δεν «εξαφανίζει» μια γλώσσα: Η γλώσσα πεθαίνει επειδή οι άνθρωποι την εγκαταλείπουν. Και, όπως πάντα, οι άνθρωποι (ως κοινωνίες/σύνολα) ποτέ δεν κάνουν κάτι ενάντια στο (συλλογικό, πρωτόγονο, ακόμα και ασυνείδητο) συμφέρον τους.
When the culture dies, naturally the language dies along with it. The reverse, however, is not necessarily true. Groups do not find themselves in the bizarre circumstance of having all of their traditional cultural accoutrements in hand only to find themselves incapable of indigenous expression because they no longer speak the corresponding language. Native American groups would bristle at the idea that they are no longer meaningfully “Indian” simply because they no longer speak their ancestral tongue. Note also the obvious and vibrant black American culture in the United States, among people who speak not Yoruba but English.