Ένα από τα προβλήματα στην Ελληνική δημοσιογραφία, όχι το μεγαλύτερο, αλλά σημαντικό, είναι ότι δεν υπάρχει κανένας που θα σε μάθει να γράφεις. Δεν υπάρχουν μαθήματα, δεν υπάρχουν σχολές. Δεν ξέρω τι μαθαίνουν τα πιτσιρίκια στις σχολές δημοσιογραφίας (επειδή έχω γνωρίσει πολλά κι έχω κάνει interview σε κάμποσα τείνω να πιστέψω πως δε μαθαίνουν τίποτα) αλλά σίγουρα δεν μαθαίνουν να γράφουν. Όλοι οι δημοσιογράφοι που διαβάζεις και σου αρέσουν μάθανε να γράφουν καλά από μόνοι τους. Αν τώρα εσύ θέλεις όταν μεγαλώσεις να γίνεις δημοσιογράφος και να γράφεις σε περιοδικά (ατύχησες, γιατί στο μέλλον δεν θα υπάρχουν περιοδικά, αλλά έστω ότι είσαι αγύριστο κεφάλι, θες να μάθεις να γράφεις έτσι για να γράφεις στο Ίντερνετ, ή κάτι τέτοιο), τί μπορείς να κάνεις για να βοηθηθείς; Αγόρασε αυτά τα βιβλία.
Ο μόνος τρόπος για να μάθεις πώς γράφεται το σωστό άρθρο περιοδικού είναι με ώσμωση: Διαβάζοντας πολλά καλά άρθρα περιοδικών, κι ό,τι καταλάβεις κατάλαβες. Τα καλύτερα άρθρα περιοδικών γράφονται στις ΗΠΑ, και τα καλύτερα των καλύτερων βραβεύονται κάθε χρόνο από την αρμόδια ένωση, και κυκλοφορούν σε ένα βιβλίο που βγαίνει κάθε χρόνο. (Για λόγους που αντιλαμβάνεσαι, ζηλεύω θανάσιμα και την Ένωσή τους και τα βραβεία τους).
Αυτό το βιβλίο είναι μια καλή αρχή. Έχουν κυκλοφορήσει δέκα τόμοι για τα τελευταία δέκα χρόνια, και είναι όλοι καταπληκτικά αναγνώσματα, όχι μόνο για όσους θέλουν να γράψουν, αλλά και γι’ αυτούς που αγαπούν τα μεγάλα δημοσιογραφικά κείμενα με ωραία γλώσσα, στρωτή δομή και συναρπαστικό περιεχόμενο. Διάβασε τη λίστα με τα καλύτερα του περσινού τόμου και τι είχα γράψει για τον προπέρσινο.
Να και ένα βίντεο που έφτιαξε η συγκεκριμένη ένωση για τη δεκαετία που πέρασε όπως παρουσιάστηκε από τα εξώφυλλα περιοδικών. Σκέψου: σε 10 χρόνια πιθανότατα δεν θα υπάρξει τέτοιο βιντεάκι.
Ετούτο εδώ το πανέμορφο concept το έφτιαξαν οι designers της Berg για την Bonnier (Popular Science, Parenting κα), και δείχνει άλλη μια ιδέα για τα «ψηφιακά περιοδικά» που θα κυκλοφορούν σε tablets που δεν υπάρχουν ακόμη. Σου έδειξα τις προάλλες κι αυτή τη μορφή από το Sports Illustrated. Δες το βίντεο προσεκτικά και μετά μπες εντός για να σου εξηγήσω γιατί πρόκειται για μια ιδέα ανεδαφική, που δεν έχει τύχη και είναι «κολλημένη» στο παρελθόν.
Ο Πλάτων Αντωνίου (Platon για τους φίλους) είναι ένας θαυμάσιος και πολύ πετυχημένος φωτογράφος, διάσημος για τα πορτρέτα του. Για λογαριασμό του New Yorker στήθηκε στα Ηνωμένα Έθνη τον περασμένο Σεπτέμβρη και φωτογράφισε όσους περισσότερους ηγέτες μπορούσε, από αυτούς που είχαν έρθει για τη Γενική Σύνοδο. Τα πορτρέτα που έβγαλε είναι όπως πάντα πολύ εκφραστικά και αισθητικά τέλεια, αν και κάποια μοιάζουν λίγο υπερβολικά photoshopιασμένα (είναι δύσκολο να κρίνεις απ’ την οθόνη). Βεβαίως, το πρώτο πράγμα που προσέχεις σ’ αυτά τα πράγματα είναι «πού είναι ο δικός μας» (πουθενά). Το δεύτερο που προσέχεις εδώ: Πόσο φρικιάστικά επίπεδο είναι το κεφάλι του Ερντογάν;
Το Paste έχει μια λίστα με τα 20 καλύτερα περιοδικά των ’00s, όπως τα φαντάστηκε, και είναι αρκετά αλλοπρόσαλλη. Αν αγνοήσεις κάτι τίτλους για μουσική κάντρι και κάποια πολύ μικρά περιοδικά, διαπιστώνεις ότι δεν ήταν καμιά ιδιαίτερα δημιουργική δεκαετία για τον κλάδο. Και τα περιοδικά που παίρνω με συνδρομές είναι όλα στο Top-7, αλλά το Esquire στο #2; Το Wired #1; Το αμερικάνικο Esquire είναι ένα φάντασμα του παλιού εαυτού του, τα περισσότερα τεύχη του δεν είναι αδιάφορα, είναι κακά. Το δε Wired το καταβροχθίζω ακόμα, αλλά πάσχει από κάτι πολύ σοβαρό: Ασχολείται με το μέλλον, και έχει πέσει τόσες φορές έξω μέχρι τώρα, που διαβάζεται τουριστικά, όχι χρηστικά. Άσε που ήταν από τα μεγαλύτερα παπαγαλάκια της φούσκας των αρχών της δεκαετίας. Μπορεί να ήταν το «νέο» ή το «συναρπαστικό στα ’90s -αλλά σίγουρα δεν ήταν το καλύτερο ή το σημαντικότερο περιοδικό αυτής που λήγει. Το New Yorker, ελλείψει ανταγωνισμού, θα έπρεπε να βρίσκεται σ’ αυτή τη θέση. Και το ερώτημα είναι: Θα υπάρχουν περιοδικά στη δύση του 2019;
Διάβασε μια συνέντευξη μιας παλιάς καραβάνας query proofreader ή αλλιώς page OK’er (μην το ψάχνεις, δεν έχουμε ελληνικούς όρους γι’ αυτά) του New Yorker. Περιγράφει από πόσα χέρια «χτένισμα» περνάν τα κείμενα -πάντα σε συνεργασία με το συγγραφέα.
There are four full-time O.K.’ers, as well as a team of about six proofreaders, some of whom act as O.K.’ers when we need them. Basically, on the day a piece closes, you read it, and give the editor your query proof, which will also contain the queries of a second proofreader, and after the editor has entered all the acceptable changes and sent the new version to the Makeup Department, you read that new version. There will sometimes be a “closing meeting,” when the editor, the writer, the fact checker, and the O.K.’er sit down together over the page proof and discuss final changes. The O.K.’er then copies these changes onto a pristine proof called the Reader’s (to keep the paper trail) and enters them into the electronic file, and sends the revised piece back to Makeup. The next version is read against the Reader’s proof by another layer of proofreaders, the night foundry readers. The system is full of redundancy and safety nets.
Το πείραμα του μάρσμελοου: Βάζεις ένα παιδάκι που του αρέσουν τα ζαχαρωτά σε ένα δωμάτιο. Στο τραπέζι υπάρχει ένα ζαχαρωτό. Του λες: Μπορείς να φας το ζαχαρωτό τώρα, ή να περιμένεις πέντε λεπτά κι εγώ θα σου φέρω άλλο ένα ζαχαρωτό, και θα φας και τα δύο. Το πείραμα έγινε στ’ αλήθεια στη δεκαετία του ‘60, και περίπου το 70% των παιδιών είτε έφαγαν το ζαχαρωτό αμέσως, είτε περίμεναν λίγο αλλά δεν άντεξαν τα πέντε λεπτά. Μόνο ένα 30% μπόρεσαν να περιμένουν για να φάνε δύο. Οι ερευνητές που έκαναν το πείραμα τότε, μελέτησαν την πρόοδο παιδιών κι από τις δύο κατηγορίες στην εξέλιξη της ενήλικης ζωής τους, και κατέληξαν σε κάποια πολύ ενδιαφέρονται συμπεράσματα. Διάβασε το συναρπαστικό άρθρο στο New Yorker, και δες κι ένα βίντεο που πέτυχα στο Vimeo, κάτι σαν οπτικοποίηση του συγκεκριμένου πειράματος:
Τον περασμένο Απρίλιο, ο Πίτερ Μπόιερ έγραψε ένα πολύ λεπτομερές άρθρο για την Αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία (θέλει συνδρομή για να το διαβάσεις) στο οποίο, μεταξύ άλλων, ανάφερε και την αποτυχία των ηλεκτρικών αυτοκινήτων που κατασκεύαστηκαν στις ΗΠΑ, αναφέροντας και το όνομα του ηθοποιού Τομ Χανκς ανάμεσα σ’ αυτούς που είχαν αποκτήσει ένα. Η αναφορά του, ωστόσο, δεν ήταν απόλυτα ακριβής, έτσι ο Τομ Χανκς έστειλε αυτό το γράμμα στο περιοδικό κάνοντας τις απαραίτητες διορθώσεις. Το εντυπωσιακό είναι το εξής: Το γράμμα του Τομ Χανκς, ενός από τους μεγαλύτερους σταρ του Χόλιγουντ, και ενός από τους διασημότερους ανθρώπους στη Γη, το περιοδικό το δημοσίευσε δυο εβδομάδες αργότερα στη σελίδα με τις επιστολές, δίπλα σε άλλες δύο, χωρίς να υπογραμμίζει καθόλου την ταυτότητα του αποστολέα, και χωρίς να τη διατυμπανίζει καθόλου οπουδήποτε αλλού. Άλλα περιοδικά θα χτύπαγαν «Ηλεκτρικά Αυτοκίνητα: Ο Τομ Χανκς Απαντά» στο εξώφυλλο, και θα έβαζαν και μια ολοσέλιδη φωτογραφία του ηθοποιού δίπλα στο γράμμα του των 270 λέξεων. Όχι αυτό το περιοδικό.
Το δεύτερο στιγμιότυπο που κράτησα από το ίδιο τεύχος ήταν ένα ποίημα. Ποτέ δεν διαβάζω τα ποιήματα στο New Yorker, ποτέ δεν διαβάζω ποιήματα γενικότερα, ωραίος ο Καβάφης και οι διάφοροι άλλοι, σύμφωνοι, αλλά την ποίηση ως τέχνη τη θεωρώ υποδεέστερη από τη λογοτεχνία. Δεν μου αρέσει. Εκτός από μερικές φορές. Αυτό το ποίημα, μεγαλούτσικο για τα δεδομένα του περιοδικού, ήταν κωμικό -και ξεκαρδιστικό. Διάβασε το «Lines no the poet’s turning forty» του Ίαν Φρέιζερ.
This poem is becoming a disaster.
It happens sometimes—
I get into a poem, and the thing goes haywire,
And I don’t know how to get out.
Είναι μια διαφήμιση για ένα σύστημα εκμάθησης ξένων γλωσσών που παίζει εδώ και πολύ καιρό σε αμερικάνικα περιοδικά, και το concept είναι ότι ακόμα κι ένα αγνό αγροτόπαιδο απ’ την Αμερική μπορεί να το χρησιμοποιήσει για να κερδίσει την καρδιά μια Ιταλίδας μοντέλας. Είναι ένα concept βλακώδες, βεβαίως. Τι θα γινόταν όμως αν πραγματικά ένα αγροτόπαιδο από τις ΗΠΑ μάθαινε Ιταλικά και κυνηγούσε τη μία, μοναδική ευκαιρία του να κερδίσει μια Ιταλίδα σούπερ μόντελ; Ο Ίαν Φρέιζερ του New Yorker έγραψε ένα φανταστικό σενάριο πάνω στο θέμα, και με έκανε ρεζίλι σε όλη την παραλία.
LESSON 18—At the police station.
Often, foreigners who can speak Italian have difficulty understanding native speakers when they talk quickly, use idioms, or do not pause for response. Listen to the following common sentences in the audio portion of the lesson and replay them as often as you need to.
May I see your passport, please?
Potrei vedere il suo passaporto, per favore?
I must ask you to come with me.
Devo chiederle di venire con me.
Spread your arms and place your hands against the wall.
Stenda le braccia e collochi le mani contro il muro.
Are you aware that stalking a supermodel without her consent is a violation of Italian law?
Lei è consapevole che infastidire una top model senza il suo consenso è una violazione della legge italiana?
This pocket dictionary of Italian prison slang may be useful to you.
Questo dizionario tascabile di gergo carcerario italiano le potrebbe essere utile.
Please surrender your chewing tobacco to the desk clerk. It will be returned to you upon your release.
Per favore depositi il suo tabacco da masticare all’impiegato. Le sarà restituito quando sarà rilasciato.
And there’s plenty of other information out there that has chosen to run in the opposite direction from Free. The Times gives away its content on its Web site. But the Wall Street Journal has found that more than a million subscribers are quite happy to pay for the privilege of reading online. Broadcast television—the original practitioner of Free—is struggling. But premium cable, with its stiff monthly charges for specialty content, is doing just fine. Apple may soon make more money selling iPhone downloads (ideas) than it does from the iPhone itself (stuff). The company could one day give away the iPhone to boost downloads; it could give away the downloads to boost iPhone sales; or it could continue to do what it does now, and charge for both. Who knows? The only iron law here is the one too obvious to write a book about, which is that the digital age has so transformed the ways in which things are made and sold that there are no iron laws.
Διάβαζα τις προάλλες ένα συναρπαστικό άρθρο του New Yorker (μόνο για συνδρομητές) για τους fact checkers, αυτούς τους θαυμάσιους επαγγελματίες που δουλεύουν σε πολλά Αμερικανικά περιοδικά και έχουν ως δουλειά τους να επαληθεύουν ότι αυτά που έχει γράψει ο συντάκτης είναι ακριβή -πράγμα που σημαίνει εβδομάδες εντατικής έρευνας, συνεργασίας με το συγγραφέα και ψαξίματος στη βιβλιογραφία. Όχι, εμείς δεν έχουμε τέτοια.
“Each word in the piece that has even a shred of fact clinging to it is scrutinized, and, if passed, given the checker’s imprimatur, which consists of a tiny pencil tick.”
Τέλος πάντων, ήταν συναρπαστικό ανάγνωσμα, αλλά αυτό που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν μια ιστορία από τον Πόλεμο που αναφερόταν στο κείμενο. Το 1944 λοιπόν, για να απαντήσουν σε προηγούμενους βομβαρδισμούς από Αμερικάνικα Β-52, οι Ιάπωνες φόρτωσαν γιγάντια μπαλόνια διαμέτρου 10 μέτρων με βόμβες, τα γέμισαν με υδρογόνο, και τα ελευθέρωσαν στο Jet Stream, το ρεύμα ανέμου που πνέει προς την κατεύθυνση των ΗΠΑ πάνω από τον βόρειο Ειρηνικό, σε ύψος πάνω από 9 χιλιόμετρα. Από το Νοέμβρη του ‘44 και για έξι μήνες αμόλησαν περισσότερα από 9000 από τα μπαλόνια (φούζεν μπακουνταν, τα έλεγαν), και σχεδόν χίλια από αυτά έφτασαν πράγματι στις Αμερικανικές ακτές (το τελευταίο βρέθηκε στην Αλάσκα το 1955!). Πού είναι το ακόμα πιο ενδιαφέρον, όμως: Επειδή οι βόμβες που κουβαλούσαν δεν ήταν πολύ μεγάλες, οι ζημιές ήταν πολύ περιορισμένες, και ο μεγαλύτερος κίνδυνος ήταν μπας και ανάψουν καμιά φωτιά σε δάση και καλλιέργειες. Για να μην προκληθεί πανικός στον πληθυσμό η κυβέρνηση των ΗΠΑ συνεννοήθηκε με τα ΜΜΕ και η επίθεση αυτή αποσιωπήθηκε εντελώς για πολλά χρόνια. Αυτό δεν είχε μόνο ως αποτέλεσμα την αποφυγή του πανικού -λόγω της σιγής των ΜΜΕ, οι Ιάπωνες έμαθαν μόνο για μία προσεδάφιση μπαλονιού στο Γουαιόμινγκ, όπου οι βόμβες μάλιστα δεν ανατινάχτηκαν. Έτσι, μετά από μόλις έξι μήνες διέταξαν την παύση των επιθέσεων, πιστεύοντας πως τα μπαλόνια ως όπλο δεν ήταν και τόσο καλή ιδέα, τελικά.
Εδώ και καιρό χαρίζω μέσα από ετούτο εδώ το site και τα monoblogs διάφορα περιοδικά και βιβλία που μαζεύονται σε στοίβες στο σπίτι μου, και κάπως πρέπει να τα ξεφορτωθώ. Αυτή τη φορά, εν μέσω παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, προχωρώ στο επόμενο στάδιο και για πρώτη φορά χαρίζω ένα γιγάντιο πακέτο, ένα πακέτο-δυναμίτης που περιλαμβάνει όχι ένα, όχι δύο, αλλά 16 θαυμάσια πράγματα, διαλεχτά ένα προς ένα, ένα πακέτο-δυναμίτης πρωτοφανές και τεράστιο. Το πακέτο-δυναμίτης περιέχει δύο βιβλία, δύο περιοδικά, δύο πίνακες, τέσσερις ταινίες, ένα CD μουσικής, ένα iPod shuffle, ένα videogame, ένα θερμός κι ένα μπαλάκι για το άγχος. Είναι ό,τι πρέπει για να τα βγάλεις πέρα αυτό το καλοκαίρι και να κάνεις τη ζωή σου λίγο πιο ενδιαφέρουσα -κι έχει κι άλλο: Αυτή τη φορά έχουμε και runners-up δώρα, γιατί ο μεγάλος νικητής μπορεί να πάρει το πακέτο-δυναμίτης, αλλά άλλοι πέντε θα κερδίσουν από δύο τεύχη του καλύτερου περιοδικού του κόσμου, του New Yorker. Ο διαγωνισμός τελειώνει το Σάββατο, 11 Ιουλίου, στις 8 το βράδυ -οπότε βιάσου! Δες παρακάτω τα δώρα ένα-ένα και λάβε μέρος.
Ο New Yorker είχε ένα πολύ ωραίο άρθρο για την ιστορία της δημοφιλούς εβδομαδιαίας περιοδικοεφημερίδας της Νέας Υόρκης (δυστυχώς φτάνει μόνο τα τέλη του ‘70, όταν πουλήθηκε στο Μέρντοχ), της γνωστής και ως «Athens Voice του Μανχάταν». Να μια φανταστική αγγελία απ’ το κείμενο:
The Voice did run personals. The personal ad is a minor art form (personals are also a convenient way to generate content and income at the same time), and some of the Voice’s were distinguished for their ingenuity: «Stubborn, penniless, aristocratic, unstable nitwit expects to hear from idiotic, irresponsible, temperamental broad who can’t keep her mind on anything. If it’s you, you might as well write back. I’ll get hold of you sooner or later.»
Όπως ξέρεις αν είσαι συχνός επισκέπτης, διαβάζω πολλά ξένα περιοδικά, και κάθε χρόνο αγοράζω ένα βιβλιαράκι που λέγεται «The Best American Magazine Writing», το οποίο περιέχει μερικά από τα καλύτερα άρθρα της χρονιάς που πέρασε, όπως τα ψήφισαν τα μέλη της American Society of Magazine Editors. Το βιβλίο με τα καλύτερα του 2007 (που κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του ‘08) μόλις το τελείωσα, και έχω εδώ να σου προτείνω δέκα σπουδαία άρθρα να διαβάσεις από αυτό. Ναι, μπορείς να τα βρεις σχεδόν όλα στο Ίντερνετ. Με σειρά απόλαυσης:
10. Babes In The Woods (της Κέιτλιν Φλάναγκαν, από το Atlantic). Πώς βλέπουν οι μεσήλικες τα social networks που «απειλούν τα παιδιά μας;».
9. Present at the Creation (του Μάθιου Σκάλι, από το Atlantic). Ένας από τους συγγραφείς των λόγων του Τζορτζ Μπους γράφει πώς ένας άλλος από τους συνεργάτες του συνωμότησε για να κερδίσει όλο το credit.
8. Everybody Sucks (της Βανέσας Γρηγοριάδη, του New York). Ένα άρθρο για το Gawker, το hip κουτσομπολίστικο site της Νέας Υόρκης.
7. China’s Instant Cities (του Πίτερ Χέσλερ, από το National Geographic). Πώς δυο Κινέζοι επιχειρηματίες έφτιαξαν ένα εργοστάσιο -και το πραγματικό πρόσωπο του σύγχρονου Κινέζικου καπιταλισμού.
6. Out In The Cold (του Μάικ Κέσλερ, από το 5280, ένα περιοδικό του Ντένβερ). Η προσπάθεια των καρκινοπαθών πρώην εργαζομένων σε ένα εργοστάσιο κατασκευής ατομικών βομβών στο Ντένβερ να πάρουν από το κράτος την αποζημίωση που δικαιούνται.
5. I am Joe’s prostate -PDF link- (του Τόμας Κένεντι, από το New Letters). O συγγραφέας περιγράφει την εξαντλητική διαδικασία εξετάσεων, βιοψιών, εγχειρήσεων και αγωνίας στη μάχη της διάγνωσης του καρκίνου στον προστάτη του.
4. Specialist Town Takes His Case To Washington (του Τζόσουα Κορς, από το The Nation). Με αφορμή την ιστορία ενός βετεράνου του Ιράκ, ο συντάκτης ανακάλυψε πως 22.500 στρατιώτες που πολέμησαν εκεί αποτάχθηκαν με το χαρακτηρισμό «διαταραχή προσωπικότητας», ώστε το κράτος να μην είναι αναγκασμένο να τους παρέχει αποζημίωση και ιατρική βοήθεια. Χάρη στο ρεπορτάζ έγιναν κινήσεις για να διορθωθεί η αδικία.
3. City of Fear (του Γουίλιαμ Λανγκεγουίσε, από το Vanity Fair). Πώς το Σάο Πάουλο και άλλες πόλεις της Βραζιλίας έχουν πέσει στα χέρια μιας σκοτεινής πολυκέφαλης συμμορίας/οργάνωσης, που ξεκίνησε τη δράση της από τις φυλακές.
2. You Have Thousands of Angels Around You (της Πέιτζ Γουίλιαμς, από το Atlanta -το μόνο που δεν υπάρχει online). Η απίστευτη, πολύ συγκινητική ιστορία ενός κοριτσιού από το Μπουρούντι, που γλίτωσε από τη φρίκη του εμφυλίου, είδε την οικογένειά της να δολοφονείται, κι έφτασε στις ΗΠΑ, όπου μια οικογένεια την υιοθέτησε.
1. Pat Dollard’s War On Hollywood (του Έβαν Ράιτ, από το Vanity Fair). Ένα απίστευτο προφίλ του μάνατζερ του Χόλιγουντ Πατ Ντόλαρντ, και της κατρακύλας του στην παράνοια, που τον οδήγησε με μια κάμερα στο Ιράκ, για να φτιάξει ένα ντοκιμαντέρ. Ο συντάκτης έζησε μαζί του για πολλούς μήνες, και περιγράφει με εκπληκτικές λεπτομέρειες την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του και τη σχέση του με τα ναρκωτικά. Καταπληκτικό ανάγνωσμα.
O διαγωνισμός έληξε, η κλήρωση έγινε, και ο νικητής είναι (drum roll) ο enteka! Του έχω στείλει email για τα περαιτέρω, αν για κάποιο λόγο δεν το έχει λάβει, ας επικοινωνήσει μαζί μου. Οι υπόλοιποι υπομονή, έρχονται κι άλλες ευκαιρίες, ο πάκος με τα περιοδικά-για-χάρισμα είναι ακόμα διόλου ευκαταφρόνητος.