Μερικά Λόγια Για Το Διαζύγιο Των Ελλήνων Από Την Αλήθεια

29 Ιανουαρίου 2012 | 16 σχόλια

Κοίτα: Ο Αντώνης Σαμαράς λέει τα κανόνισε με τον Πούτιν που τον συνάντησε στη Ρωσία, και άμα τον εκλέξεις πρωθυπουργό θα μας γυρίσει στο ρούβλι και θα γίνουμε όλοι Αμπράμοβιτς, ή κάτι  τέτοιο. Βεβαίως, πριν από λίγα χρόνια ο Αντώνης Σαμαράς υποσχόταν να βοηθήσει τα συμφέροντα των Αμερικάνων, εναντίον του Πούτιν. Και επίσης τώρα λένε ότι είναι πιθανό να μην τον συνάντησε κιόλας καθόλου, να είναι όλο ένα αδιανόητο επικοινωνιακό ψέμα, και βρήκαμε θέμα να συζητάμε, γιατί δεν είχαμε άλλα.

Θα μου πεις και θα έχεις δίκιο: Αν είναι να αμφισβητούμε ακόμα και τα βασικά πράγματα που λέγονται απ’ το στόμα τον ανθρώπων («πήγα εκεί και συνάντησα αυτόν»), αν μας φαίνεται απολύτως λογικό και πιθανό το να μας λένε δημόσια και εύκολα τέτοια ψέματα, πώς μπορούμε να βρούμε οποιονδήποτε κώδικα επικοινωνίας μεταξύ μας; Πάνω σε ποιά βάση θα μιλάμε αν οτιδήποτε λέγεται μπορεί και να είναι ψέμα; Είναι ένα ωραίο ερώτημα.

Τα ψέματα που λένε οι Έλληνες είναι σε μεγάλο βαθμό παρόμοια με τα ψέματα που λένε όλοι οι άνθρωποι του κόσμου, και οι αιτίες τους είναι εν πολλοίς οι ίδιες. Εγώ υποστηρίζω, ωστόσο, ότι εδώ εμείς λέμε περισσότερα ψέματα, και τα λέμε επειδή έχουμε την ίδια την έννοια της αλήθειας σε μικρότερη υπόληψη από ό,τι μεγάλο μέρος της υπόλοιπης ανθρωπότητας. Αυτή είναι η άποψη που θα αναλύσω εδώ.

Σκέψου, ας πούμε, πώς φτάσαμε στο σημείο που βρισκόμαστε σήμερα.

Ο Γιώργος Παπανδρέου έλεγε ψέματα πριν για την ανάγκη έλευσης του ΔΝΤ το 2009, γιατί νόμιζε ότι ξέρει καλύτερα. Λέγεται τώρα ότι μπορεί και να είπανε ψέματα με τον υπουργό του των οικονομικών για να μπούμε στο μνημόνιο, γιατί νόμιζαν ότι αυτό είναι το σωστό, νόμιζαν ότι ξέρουν καλύτερα. Πριν από αυτό η άλλη κυβέρνηση η προηγούμενη έλεγε ψέματα για τα στατιστικά για να μπορεί να διορίζει αβέρτα όπως κάναν οι άλλοι πριν και να ζούμε για πάντα με δανεικά. Κι αυτοί το σωστό νόμιζαν ότι έκαναν. Και βέβαια πριν από δέκα χρόνια (σκέψου το λίγο –δέκα χρόνια ακριβώς, δεν την γιορτάσαμε την επέτειο –γιατί άραγε;) με ψέματα μπήκαμε στο νέο το νόμισμα. Νόμιζαν και εκείνοι οι ταλαίπωροι πως ξέρουν καλύτερα.

Γενικά σ' αυτή την ιστορία όλοι είναι σίγουροι ότι όλοι οι άλλοι λένε ψέματα. Είναι κάτι το αυτονόητο, το αναμενόμενο. Και εδώ μιλάμε για νούμερα, για υπολογισμούς, για χειροπιαστά αποτελέσματα. Καμία σημασία: Όλοι οι εμπλεκόμενοι νομίζουν εκείνοι ότι ξέρουν ποιο είναι το σωστό, και γι’ αυτό όλοι επιλέγουν να παρακάμψουν, παραποιήσουν ή αγνοήσουν εντελώς μια λεπτομέρεια: Την αλήθεια.

(Παρεμπιπτόντως: Ετούτο εδώ το κείμενο αφορά μόνο τις περιπτώσεις που η αλήθεια είναι προφανής και οφθαλμοφανής και η παράβλεψή της είναι επιλογή μας συνειδητή).

Είναι περίεργο πράγμα αυτό. Πότε έγινε η αλήθεια μια απλή επιλογή; Πότε έπαψε να είναι αξία πανανθρώπινη και αυτάρκης κι έγινε υποσημείωση, συνήθως ενοχλητική;

Πολύ νωρίς.

Οι Έλληνες δεν έχουμε την αλήθεια σε πολύ μεγάλη υπόληψη κι αυτό, κατα τη γνώμη μου, είναι ένα από τα κορυφαία μας κουσούρια –ίσως το κορυφαίο. Το ξέρεις. Το βλέπεις. Λέμε ψέματα συνέχεια, το ψέμα είναι η φυσική μας κατάσταση. Ζούμε στο ψέμα, συνηθίζουμε στο ψέμα, χρησιμοποιούμε το ψέμα, μαθαίνουμε στο ψέμα, είμαστε το ψέμα.

Οι Έλληνες μοιάζουν να γεννιούνται με απόψεις έτοιμες, διαμορφωμένες, εγκυστωμένες στον εγκέφαλο, embedded. Περνούν την παιδική τους ηλικία με γονείς που τους επιβεβαιώνουν ότι έχουνε για πάντα δίκιο και είναι τα πιο ιδιαίτερα πλάσματα του κόσμου. Κατά τη διάρκεια της παιδικής τους ηλικίας μαθαίνουν ένα ποτάμι από ψέματα για τη χώρα τους (τί περήφανες νίκες και θριάμβους που έχει η ιστορία της, καμία ήττα, κανένα λάθος, πόσο ήρωες ήμαστε όλοι, ξαδέρφια του μεγαλέξαντρου, ολόιδιοι) και για τον εαυτό τους (ναι καμάρι μου, μη σε νοιάζει που πήρες τρία στις πανελλήνιες, θα πας στη Ρουμανία να γίνεις γιατρός να πάρεις Νόμπελ) επειδή νομίζουμε ότι ξέρουμε καλύτερα, ότι έτσι θα τα κάνουμε περήφανα και έξυπνα και ολοκληρωμένα αλλά τελικά έτσι τα διδάσκουμε μόνο ότι η αλήθεια είναι πράγμα σχετικό, κάτι ασήμαντο, μια επιλογή, τίποτα σπουδαίο, που μπορείς να το κάνεις στην άκρη άμα δε σε βολεύει κι αν είσαι σίγουρος ότι εσύ ξέρεις καλύτερα.

(παρεμπιπτόντως: προσπαθούμε να κάνουμε τα παιδιά μας υπερήφανα με ψέματα –πράγμα που αποδεικνύει ότι δεν έχουμε αρκετά αληθινά πράγματα που να μας κάνουν περήφανους, ορίστε, άνοιξε ένα σχολικό βιβλίο ιστορίας και δες, το παραδεχόμαστε ανοιχτά, καίτοι έμμεσα)

Υπάρχει ένα ωραίο βιβλίο που έχει γράψει ένας φιλόσοφος λίγο γκρινιάρης που τον λένε Αρτούρ Σοπενάουερ, το «Η Τέχνη Του Να Έχεις Πάντα Δίκιο» και αυτό το βιβλίο, που είναι ολόκληρο γραμμένο ειρωνικά (σαν την ύπαρξη ενός χίψτερ περίπου), μας θυμίζει ότι οι Έλληνες αυτό το έκαναν πάντα.

Υπήρχαν κάτι αρχαίοι ψευτοφιλόσοφοι, οι σοφιστές, οι οποίοι δεν ήταν κανονικοί φιλόσοφοι γιατί αυτό που τους ένοιαζε δεν ήταν η αλήθεια: Ήταν το να κερδίσουνε τη λογομαχία. Και δίδασκαν και σε άλλους πώς σε μια συνομιλία μπορούν να κερδίσουν, είτε φωνάζοντας, είτε παραπλανώντας, είτε λέγοντας βλακείες, οτιδήποτε για να αποδείξουν ότι έχουν δίκιο, χωρίς να τους ενδιαφέρει το αν έχουν στην πραγματικότητα δίκιο.

Αν αυτό σου μοιάζει οικείο είναι επειδή ζεις μέσα σε αυτή την πραγματικότητα. Έτσι είμαστε σήμερα. Δες μια πολιτική συζήτηση σε τηλεοπτική εκπομπή. Δες τα σχόλια σ’ αυτό εδώ το site. Ο υποτυπώδης διάλογος που κάνουμε μεταξύ μας αυτό το χαρακτήρα έχει, διασταυρωμένα εγώ και αυθύπαρκτοι αλληλεπικαλυπτόμενοι μονόλογοι που αποσκοπούν μόνο στην επιβεβαίωση των απόψεων που ο καθένας κουβαλάει από γεννησιμιού του. Δεν ξέρω αν αυτό είναι προϊόν του εξευτελισμού της αξίας της αλήθειας, ή αν η αλήθεια εξευτελίστηκε επειδή είμαστε όλοι σοφιστές. Ένα από τα δύο προηγήθηκε. Αλλά το διαζύγιό μας με την αλήθεια είναι διαχρονικό και μοιάζει οριστικό. Κι έχει συνέπειες:

Δες τη δημοσιογραφία: Η δημοσιογραφία στην Ελλάδα ποτέ δεν υπηρέτησε την αλήθεια. Πάντα εξυπηρετούσε είτε τα συμφέροντα εκδοτών, είτε τις δουλειές εκβιαστών, είτε τις ιδεοληψίες συντακτών.
Δες την πολιτική: Όλοι οι πολιτικοί του κόσμου ψέματα λένε, αλλά εδώ στην Ελλάδα δεν υπάρχει καμία συνέπεια σ’ αυτούς που αποδεικνύονται ψεύτες, γιατί το να είσαι ψεύτης δεν θεωρείται πράγμα ασυνήθιστο ή κακό, θεωρείται αναμενόμενο.

Στο βιβλίο του «Mother Night» ο Κερτ Βόνεγκατ χρησιμοποιεί μια ενδιαφέρουσα αναλογία για κάποιους από τους αξιωματούχους των Ναζί που δεν είχαν καμία επίγνωση για το τί είναι καλό και τί είναι κακό, για τη βαρύτητα των συνεπειών των πράξεών τους. Άνθρωποι σαν τον Χάινριχ Χίμλερ, λέει, είναι σαν γρανάζια που τους λείπουν δόντια. Έχουν κάμποσα από τα δόντια, όσα χρειάζονται για να γυρίζουν, αλλά κάποια τους λείπουν τελείως. Δεν ξέρουμε πώς τα έχασαν (από γεννησιμιού τους;) αλλά δεν τα έχουν κι έτσι πότε πότε ρετάρουν, ξεφεύγουν, χάνουν στροφές.

Αυτή ακριβώς η αναλογία έρχεται στο μυαλό μου πια κάθε φορά που βλέπω τον Γιώργο Παπανδρέου να αναπαράγει τη γνωστή ομιλία που κάνει εδώ και δύο χρόνια, η οποία περιέχει μόνο τις λέξεις «πράσινη ανάπτυξη» και ψέματα. Προσοχή: Δεν βρίσκω αναλογία ανάμεσα στον Γιώργο Παπανδρέου (ή, όπως τον αποκαλεί ο λογοτέχνης αδερφός του, «ΓΑΠ») και τους Ναζί. Δεν τον θεωρώ καν κακό ή μοχθηρό άνθρωπο. Αλλά αυτή η άρνηση της πραγματικότητας, η πεισματική προσήλωση σ’ αυτά που έχει στο κεφάλι του και η προφανής, εξώφθαλμη περιφρόνηση της αλήθειας μου δείχνουν ότι από αυτό το γρανάζι λείπουν δόντια.

Ίσως από όλους μας λείπουν δόντια.

Γιατί το χαρακτηριστικό αυτό δεν είναι πανανθρώπινο. Δεν το βλέπεις παντού. Εδώ, σε τούτη τη γωνιά αυτής της χερσονήσου το βλέπεις πολύ έντονα και το βλέπεις και διαχρονικά.

Οι Γερμανοί (οι μισητοί αυτοί τύποι που μας έδωσαν τα λεφτά τους για να μην πτωχεύσουμε πέρυσι, και γι’ αυτό τους βρίζουμε) έχουν μια λέξη-σιδηρόδρομο που λέγεται Vergangenheitsbewältigung (πες το τρεις φορές πολύ γρήγορα) που σημαίνει «το να συμφιλιώνεσαι με το παρελθόν σου». Είναι μια σπουδαία κατάχτηση. Οι άνθρωποι αυτοί έφεραν την ανθρωπότητα στο χείλος του χαμού, εξόντωσαν εκατομμύρια ψυχές, έχασαν, ισοπεδώθηκαν, και μέσα σε πολύ λίγες δεκαετίες κατόρθωσαν να το παραδεχτούν, να το αποδεχτούν και να το αναγνωρίσουν.

Τι κέρδισαν από αυτό; Αυτογνωσία, ταπεινότητα, θεραπεία, ανάρρωση, εξιλέωση.

Θυμάμαι ως παιδάκι να κάνω μαθήματα Γερμανικών, και τις Γερμανίδες δασκάλες να μας μιλάνε συνέχεια για τον πόλεμο και τους κακούς Γερμανούς, και ένιωθα τελείως μπερδεμένος. «Δεν ντρέπονται να μιλάνε για τον εαυτό τους έτσι;», αναρωτιόμουν. Δεν ήμουνα συνηθισμένος σε τόση αλήθεια.

Τώρα, η πολλή αυτογνωσία δεν ξερω τί άλλα κουσούρια μπορεί να φόρτωσε στους Γερμανούς, αλλά η δικιά μας η περιφρόνηση για την αλήθεια ξέρω, και είναι κουσούρια πολύ σοβαρά. Γιατί το θέμα της αλήθειας είναι σοβαρό. Είναι θέμα ηθικής τάξης. Το διακύβευμα εδώ είναι το σωστό και το λάθος, το Καλό και το Κακό, και είναι προφανές ότι ως λαός έχουμε εντελώς απορρυθμισμένη την ηθική μας πυξίδα, και η άρνησή μας να δεχτούμε την αλήθεια ως αξία είναι και σύμπτωμα και αποτέλεσμα αυτής της απορρύθμισης.

Γιατί η αλήθεια ποτέ δεν είναι μια επιλογή. Είναι αξία αυθύπαρκτη. Δεν υπάρχει κανένα σενάριο, κανένα ρεαλιστικό σκηνικό που να θέλει οτιδήποτε άλλο προτιμότερο της αλήθειας. Αυτό για την ανθρωπότητα είναι θέμα προ πολλού λυμένο.

Ο Χένρι Ντέιβιντ Θορό το 1850 πήγε και κλείστηκε σ’ ένα καλύβι σε μια λίμνη για δυο χρόνια μοναχός του για να σκεφτεί, και σκέφτηκε και κατάλαβε και έγραψε ότι πιο σημαντικό απ’ την αγάπη, απ’ τα λεφτά ή από τη φήμη, πιο σημαντικό απ’ όλα τα πράγματα στον κόσμο, είναι η αλήθεια.

Ακόμα πιο παλιά, το 1644, ο Τζον ο Μίλτον σε ένα κείμενο πολύ σημαντικό για τη γέννηση της ελεύθερης δημοσιογραφίας, τον “Αρεοπαγιτικό” του, έγραφε:

Though all the winds of doctrine were let loose to play on the earth, so Truth be in the field, we do injuriously, by licensing and prohibiting, to misdoubt her strength. Let her and Falsehood grapple; who ever knew Truth put to the worse, in a free and open encounter?

Ακόμα και στη Βίβλος το λέει, στο κατά Ιωάννη ευαγγέλιο: “καὶ γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς” .

Οπότε τί μας συμβαίνει; Τί είναι αυτό που έχει φουσκώσει το δικό μας το εγώ σε τέτοια επίπεδα που έχουμε ανέβει πάνω απ’ την αλήθεια και την τσαλαπατάμε κατά το δοκούν, όλοι μαζί ταυτόχρονα, μα ο καθένας μόνος του;

Δεν ξέρω.

Ό,τι κι αν φταίει, αυτό που ξέρω είναι ότι καλό τέλος η υπόθεσή μας δεν θα έχει. Γιατί μπορεί να είμαστε πεπεισμένοι για τα δίκια μας, μα η αλήθεια έχει αυτή την ενοχλητική συνήθεια: Υπάρχει. Κι όσο κι αν την περιφρονούμε κι αν την αγνοούμε, δεν μπορούμε να την αποφύγουμε. Είναι πάντα εκεί και περιμένει, σαν τσουγκράνα ξεχασμένη ανάμεσα στα χόρτα.

Θυμήσου όσα έχω γράψει για την Ελληνική Κρίση εδώ

 

ΠΑΝΩ
κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
σχολίασε

το newsletter

Υποδεχτείτε γλυκόλογα, τρυφερότητες, λινξ και νέα
κάθε Παρασκευή στο inbox σας. Αν θέλετε.